
Μακάριος και Καραμανλής . Η πλευρά του δεύτερου επέμενε στη Βουλή των Ελλήνων, ότι ο πρώτος ήταν πλήρως ενήμερος των Συμφωνιών και τις ενέκρινε πριν από τη Διάσκεψη του Λονδίνου.
Δριμύτατη κριτική από την αντιπολίτευση και ανεξάρτητους βουλευτές για τους Κ. Καραμανλή και Ε. Αβέρωφ – Ύμνοι για Διγενή και ΕΟΚΑ – Προφητικές προβλέψεις για το ανεφάρμοστο των Συμφωνιών και το δυσοίωνο μέλλον του κυπριακού Ελληνισμού.
ΘΥΕΛΛΩΔΗΣ και επεισοδιακή υπήρξε η συζήτηση για τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου για την Κύπρο, στην Ελληνική Βουλή αμέσως μετά την υπογραφή των Συμφωνιών. Η συζήτηση κράτησε μια ολόκληρη εβδομάδα, από τις 23 μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1959. Κατ’ αυτήν είχε κατατεθεί και προτάσεις δυσπιστίας προς την Κυβέρνηση, οι οποίες απορρίφθηκαν, για να εγκριθεί τελικά το κείμενο των Συμφωνιών.
ΧΑΡΙΝ της Ιστορίας, παραθέτουμε πιο κάτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις ομιλίες των βουλευτών των διαφόρων κομμάτων, με έντονους, στην ολότητά τους, χαρακτηρισμούς σε βάρος του Πρωθυπουργού Κωσταντίνου Καραμανλή και του υπουργού Εξωτερικών Ευάγγελου Αβέρωφ, οι οποίοι ήραν οι «αρχιτέκτονες» των συνομιλιών με την Τουρκία, στη Ζυρίχη.
Ύμνοι Καραμανλή-Αβέρωφ για τις Συμφωνίες
ΤΗ συζήτηση άνοιξε τη Δευτέρα 23.2.59 ο Κ. Καραμανλής, ο οποίος «με βαθείαν ικανοποίησιν» ανάγγειλε την υπογραφή των Συμφωνιών, χαρακτηρίζοντας την ίδρυση του κυπριακού κράτους ως «ιστορικόν γεγονός, την σημασίαν του οποίου ουδεμία αντίρρησις, ουδεμιά λεπτομέρεια, ουδεμία επιφύλαξις είναι δυνατόν να μειώση». Στη συνέχεια προέβη σε εκτενή ανάλυση των Συμφωνιών και μίλησε για τη σημασία που είχε για την Κυβέρνησή του η συνεργασία της Ελλάδας με την Τουρκία και τη Μεγάλη Βρετανία. Επισήμανε επίσης με έμφαση την ανάγκη συνεργασίας Ελλήνων και Τούρκων στην Κύπρο και κάλεσε την αντιπολίτευση να εγκρίνει τις Συμφωνίες «με οδηγόν την εθνικήν συνείδησιν»
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ ΤΟΣΙΤΣΑΣ (Υπουργός Εξωτερικών): «Αι Συμφωνίαι υπεγράφησαν από αυτούς τους ίδιους τους Κυπρίους. Ελέχθη, ότι αι Συμφωνίαι υπεγράφησαν υπό την άσκησιν ψυχολογικής βίας. Διαψεύδω κατηγορηματικώς την άσκησιν ψυχολογικής βίας και επιθυμώ να παρατηρήσω, ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δια των αγώνων του και του ήθους του, απέδειξεν ότι δεν είναι άνθρωπος ο οποίος πιέζεται. Αλλά, επιθυμώ να φέρω και μίαν άλλην διαβεβαίωσιν προς το Σώμα Αφ’ ης ηρχίσαμεν τας διαπραγματεύσεις με την τουρκικήν Κυβέρνησιν, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, δια τον οποίον άπαντες οι Έλληνες της Κύπρου μάς διεβεβαίωσαν πάντοτε ότι εκπροσωπεί την θέλησιν του κυπριακού λαού, ετηρείτο ενήμερος και συνεφώνει με την πορείαν των διαπραγματεύσεων. Καθ’ όλην την διάρειαν των διαπραγματεύσεων τον συνεβουλεύθημεν. Μετά την σύναψιν των Συμφωνιών της Ζυρίχης ετέθησαν υπ’ όψιν του αι Συμφωνίαι, αίτινες συνήφθησαν αυτού τελούντος εν γνώσει. Του ανεγνώχθησαν και αυτά ταύτα τα κείμενα δια να γνωρίζει την διατύπωσιν και του ηρμηνεύθη και η διατύπωσις. Δεν λέγω αυτό δια να ρίψω την ευθύνην εις τους ώμους του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Την ευθύνην και την τιμήν την αναλαμβάνει ευχαρίστως η Κυβέρνησις, διότι όπως θα ίδητε, επετελέσαμεν ιστορικόν έργον δια τον Ελληνισμόν και την Κύπρον».
«Σφαγιάστηκαν τα δικαιώματα των των Κυπρίων»
ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κόμματος Φιλελευθέρων): «Η δοθείσα λύσις σημαίνει την οριστικήν καταβαράθρωσιν του Κυπριακού και την διάψευσιν των ελπίδων του αγωνιζόμενου κυπριακού λαού. Υπό τοιαύτας συνθήκας, διερωτάται κανείς διατί επί 4 έτη συνετηρήθη ο ηρωικός αγών της ΕΟΚΑ; Προς τι αι τόσαι θυσίαι, οι απαγχονισμοί, αι διώξεις, οι εμπρησμοί και αι οικονομικαί καταστροφαί, εφ’ όσον η Κυβέρνησις ήτο αποφασισμένη να υποταχθή εις τας υπερφιάλους αξιώσεις των Τούρκων και να τους δεχθώμεν εν τέλει δια της δοθείσης λύσεως, ως συγκυριάρχους της νήσου; Η Κυβέρνησις, ήτις επί 3 ½ έτη εχειρίσθη με τοιαύτην εγκληματικήν επιπολαιότητα την ιεράν υπόθεσιν της Κύπρου, είναι υπόλογος έναντι του Έθνους. Ο κ. υπουργός των Εξωτερικών ημπορεί να υπερηφανεύεται εάν, χάριν μιάς δήθεν διπλωματικής επιτυχίας, εσφαγίασε τα απαράγραπτα δικαιώματα των Κυπρίων και, δια διεθνούς πράξεως, απημπόλησεν εις το διηνεκές την Ένωσιν της Κύπρου με την Ελλάδα. Εάν φιλοδοξία του ήτο να γίνη ο ενταφιαστής της ιεράς αυτής υποθέσεως, το επέτυχε εις το ακέραιον».
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Συμπρόεδρος Φιλελευθέρων): Απαρίθμησε αρχικά τα βαρύτατα μειονεκτήματα των Συμφωνιών που, όπως είπε, ήταν: Η δια παντός απάρνηση της Ενώσεως, η επάνοδος της Τουρκίας στην Κύπρο, η καθιέρωση της συγκυριαρχίας αντί της κυριαρχίας της πλειοψηφίας, η νομική διχοτόμηση της κυριαρχίας και της διοικήσεως, η καθιέρωση προνομιακής θέσης εις την τουρκική μειονότητα και η ισοδυναμία
Έντονες ήταν οι επικρίσεις του Γ. Παπανδρέου κατά του διδύμου Καραμανλή-Αβέρωφ, για τις Συμφωνίες του 1959 για την Κύπρο.
Ελλήνων και Τούρκων στα κύρια θέματα διακυβέρνησης. «Αυτός είναι και ο λόγος», πρόσθεσε, «δια τον οποίον ωνόμασα την κυπριακήν πολιτείαν, όχι μόνον περιωρισμένην ανεξαρτησίαν αλλά και περιωρισμένην δημοκρατίαν». Προειδοποίησε επίσης, ότι διχοτόμηση στην Κύπρο, με παράπλευρες κυριαρχίες Ελλήνων και Τούρκων, θα οδηγούσε σε θανάσιμους εθνικούς κινδύνους.
Ο Γ. Παπανδρέου εξύμνησε στην ομιλία του την ΕΟΚΑ και τους αγωνιστές, με ιδιαίτερα τιμητικά λόγια για τον Αρχηγό Γ. Γρίβα Διγενή. Είπε σχετικά:
«Αλλά, εάν ανήκη μεγάλη τιμήδια την πολιτικήν και θρησκευτικήν ηγεσίαν του λαού της Κύπρου, απεριόριστος είναι ο θαυμασμός του Έθνους προς την στρατιωτικήν ηγεσίαν. Και ο πατριωτισμός και η γενναιότης του Συνταγματάρχου Γρίβα ήσαν έντονα γνωστά (Χειροκροτήματα). Αλά εκείνο το οποίον απεκαλύφθη εις την Κύπρον υπήρξεν η οργανωτική και συνωμοτική ικανότης του, η οποία πράγματι έγινε μύθος. Και είμαι βέβαιος, ότι εις τους μύθους της Κυπριακής Ιστορίας θα αναφέρεται εις το μέλλον, ότι ένας άνθρωπος μόνος, εις την Κύπρον, κατώρθωσε να νικήση μίαν αυτοκρατορίαν». (Χειροκροτήματα).
«Παταγώδης η αποτυχία της ελληνικής διπλωματίας»
ΗΛΙΑΣ ΗΛΙΟΥ (Αναπληρωτής Πρόεδρος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς): «Η Κύπρος δεν κατέστη Δημοκρατία, ούτε ανεξάρτητος. Αι Συμφωνίαι αποτελούν πράγματι μίαν πρωτοφανή ήτταν της Ελλάδος και μίαν παταγώδη κατάρρευσιν πολιτικής, την οποίαν επί τετραετίαν περίπου διεκήρυσσαν αι αλλεπάλληλαι Κυβερνήσεις του κ. Καραμανλή. Διότι ο κ. υπουργός Εξωτερικών, τον Φεβρουάριον 1956 διεκήρυσσεν ότι εξησφάλισεν την αυτοκυβέρνησιν και εντός ολίγου την αυτοδιάθεσιν κατ’ αρχήν. Τον Φεβρουάριον του 1957 διεκήρυσσεν ότι εξησφάλισεν την αυτοδιάθεσιν και αργότερον ότι εδόθη μάχη δια την αυτοδιάθεσιν εντός τακτής και ευλόγου προθεσμίας, ενόμισεν ότι ημπορούσε να επεκτείνη την ευφυολογίαν του μέχρι του ισχυεισμού ότι: «Ορίστε, ημείς επιτυγχάνομεν πλέον τι εκείνου το οποίον σεις ζητείτε. Σεις ζητείτε αυτοδιάθεσιν υπό προθεσμίαν και ημείς έχομεν αυτοδιάθεσιν αμέσως». Εάν η διάψευσις όλων υτών των επί τετραετίαν διακηρύξεων δεν ακολουθούν μίαν κλασικήν, παταγώδη αποτυχίαν, τότε πώς να την ερμηνεύσωμεν; Μήπως ότι η Κυβέρνησις επεθύμει ανέκαθεν τον συμβιβασμόν, αλλά εφοβείτο την εσωτερικήν κατακραυγήν και επερίμενε να δημιουρηθή σιγά-σιγά μία ψυχολογία καμάτου, η οποία θα διηυκόλυνε ενδεχομένως την συνθηκολόγησιν, αδιαφορούσα δια τας θυσίας αι οποίαι εν τω μεταξύ θα επραγματοποιούντο, δια το αίμα το οποίον εχύνετο, δια τας αγχόνας αι οποίαι εστήνοντο;»
ΗΛΙΑΣ ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Αρχηγός Δημοκρατικής Ενώσεως): «Δια να καταστή ανεκτή η δοθείσα λύσις, επαναλαμβάνεται κατά κόρον από μέρους του Προέδρου της Κυβερνήσεως και του κ. υπουργού των Εξωτερικών, ότι δύνανται να υπάρξουν επιφυλάξεις, αλλά επιτέλους επετεύχθη η ανεξαρτησία της Κύπρου. Λοιπόν, από τα κείμενα τα οποία επικαλούνται, αποδεικνύεται ότι το μόνον το οποίον δεν επετεύχθη είναι η ανεξαρτησία της Κύπρου. Διότι, ανεξαρτήτως των αξιώσεων των Τούρκων, που έχουν τα αυτά δικαιώματα με τους Έλληνες εις την Κύπρον, αυτή η Κύπρος , αν την λάβωμεν ως κράτος, δεν είναι ανεξάρτητος. Εάν ανεξαρτησία είναι απλά η λέξις, τότε θα ήρκει να το λέγωμεν. Αλλά, εάν η ανεξαρτησία είναι η ουσία, η Κύπρος δεν καθίσταται ανεξάρτητος. Δεν είναι δυνατόν ένα κράτος, τον οποίον αρχίζει με μίαν συμμαχίαν ως θεμελιώδη κανόνα του Συντάγματός του, με δικαίωμα επεμβάσεως αυτομάτου, ούτε καν των τριών προστατίδων δυνάμεων από κοινού, αλλά μιάς εκάστης εξ αυτών, εφ’ όσον κρίνει αύτη αναγκαίον, στρατιωτικής επεμβάσεως δια τον λόγον ότι θα εκινδύνευεν ενδεχομένων η ανεξαρτησία της Κύπρου, και πέραν τούτου, δια της εγκαταστάσεως επί του εδάφους αυτού τριμερούς στρατηγείου των τριών δυνάμεων, δεν είναι δυνατόν το κρατίδιον αυτό των 450.000 κατοίκων να θεωρήται ανεξάρτητον; Και αφού εγκατασταθή το τριμερές αυτό στρατηγείον, παραμέρνει η Μεγάλη Βρετανία αλωνίζουσα το σύνολον;».
«Η Ελλ. Κυβέρνηση επανέφερε την Τουρκία στην Κύπρο»
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Αρχηγός Λαϊκού Κοινωνικού Κόμματος): «Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως, λέγει ότι πρόκειται περί ιστορικού γεγονότος, του σημαντικότερου της από 3000 ετών ιστορίας της Κύπρου. Πράγματι υπήρξεν εξαιρετικόν το γεγονός, διότι δια πρώτην φοράν η Τουρκία, η οποία ουδέποτε έχει επανέλθη εις εδάφη από τα οποία εξεδιώχθη, δια πρώτην φοράν επανέρχεται εις την Κύπρον. Πράγματι, δεν υπήρξαν τοιαύτα παραδείγματα εις την ιστορίαν των τελευταίων ετών. Και έχει δίκαιον η Κυβέρνησις να υπερηφανεύεται διότι επανέφερεν, επιτέλους, την Τουρκίαν εις εδάφη από τα οποία είχεν εκδιωχθή. Καταφέραμεν ούτω λίαν σοβαρόν πλήγμα κατά της Συνθήκης της Λωζάνης η οποία διησφάλιζε δια πάντα το καθεστώς το οποίον είχεν απορρεύσει μετά τον διαμελισμόν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το πράγμα ίσως να μην έχει σημασίαν σήμερον. Αύριον όμως, και εις μίαν τεταραγμένη εποχήν, εις την κεντρικήν ιδίως Μεσόγειον όπου υπάρχει ένα ηφαίστειον που πάντοτε θα ευρίσκεται εν δράσει, ουδείς γνωρίζει πού ημπορεί να μας οδηγήση κάποτε, είτε δια τα θέματα των νήσων είτε δι’ άλλα εδάφη, η παραβίασις του άρθρου 16 της Συνθήκης της Λωζάνης.
»Αλλά, δεν είναι μόνον ούτος ο κίνδυνος τον οποίον εδημιούργησεν η παρούσα συμφωνία. Υπάρχει και ένας άλλος κίνδυνος, εξ ίσου σοβαρός. Είναι ο κίνδυνος τον οποίον θα μας δημιουργήση το άρθρον 3 της Συνθήκης Εγγυήσεως, το οποίον διαλαμβάνει τα εξής: «Εις περίπτωσιν παραβιάσεως της παρούσης Συνθήκης και εάν μία κοινή και συμπεφωνημένη δράσις δεν καθίσταται δυνατή, εκάστη των τριών εγγυητριών δυνάμεων επιφυλάσσει εις εαυτήν το δικαίωμα όπως ενεργήση προς τον αποκλειστικόν σκοπόν της αποκαταστάσεως της τάξεως των πραγμάτων, της καθιερουμένης δια της παρούσης Συνθήκης».
»Αντιλαμβάνεσθε κύριοι, τι σημαίνει αυτή η διάταξις; Εάν μία των εγγυητριών δυνάμεων νομίση ότι παρεβιάσθη το καθεστώς κατά την αντίληψίν της και εάν δεν υπάρξη μία γενική συνεννόησις, έχει το δικαίωμα να επέμβη, έχει το δικαίωμα να λάβη ιδιαιτέρως μέτρα, εις τρόπον ώστε να αποκαταστήση την τάξιν, η οποία, κατά την γνώμην της, παρεβιάσθη. Θα ενθυμείσθε, χωρίς αμφιβολίαν, τις παρεμβάσεις των άλλοτε προστατίδων δυνάμεων κατά την Επανάστασιν του 1821 που είχον δημιουργήσει αι τοιαύται επεμβάσεις εις τον ελληνικόν λαόν. Και ερχόμεθα να επαναφέρωμεν την διάταξιν αυτή, καθ’ ην ώραν ο Ελευθέριος Βενιζέλος τόσας κατέβαλε προσπαθείας και προσοχήν, εις τρόπον ώστε το εδάφικον καθεστώς να μην δώση οιανδήποτε αφορμήν παρεμβάσεων. Τώρα ερχόμεθα να ανοίξωμεν νέας πόρτας. Να’ ανοίξωμεν διάπλατα τας πόρτας προς πολιτικάς παρεμβάσεις, των οποίων δεν εξεύρωμεν ποία θα είναι τα αποτελέσματα. Διότι, επαναλαμβάνω, αυτά δεν θα λάβουν χώραν όταν ευρισκόμεθα εις ειρηνικήν περίοδον. Αυτά θα λάβουν χώραν όταν εμφανισθή μία τεταραγμένη κατάστασις εις την Μέσην Ανατολήν. Και ουδείς ημπορεί να προΐδη το ενδεχόμενον αποτέλεσμα, αφού ημείς μεν είμεθα 600 μίλια μακριά από την νήσον, οι δε Τούρκοι είναι μόνον 40 μίλια και, επί πλέον, υπάρχουν επί τόπου αι βρετανικαί δυνάμεις, των οποίων ο αρθμός είναι άγνωστος. Βλέπετε λοιπόν, ότι δια των Συμφωνιών ανοίγομεν διάπλατα την πόρταν προς την αταξίαν, προς την βουλιμίαν και προς την δυνατότητα των αυθαίρετων επεμβάσεων.
»…Είναι αληθές, ότι οι Κύπριοι εθυσιάσθησαν εις ένα ηρωικόν αγώνα, ο οποίος προεκάλεσε τον θαυμασμόν όλου του κόσμου, δια την ιδέαν της ελευθερίας. Αλλά δεν πρόκειται περί γενικής και αορίστου ελευθερίας, αλλά περί συγκεκριμένης ελευθερίας. Πρόκειται περί της ελευθερίας, όπως επαναφέρουν εις τους κόλπους της Μητρός Ελλάδος την Κύπρον. Περί αυτής της ελευθερίας πρόκειται. Όταν έβάδιζον εις την αγχόνην με το μειδίαμα και τον ηρωισμόν οι Κύπριοι αγωνισταί, το όραμα της Ενώσεως με την Ελλάδα είχον ενώπιόν των. Και όταν υφίσταντο τα ανήκουστα μαρτύρια, ενεπνέοντο μόνον και μόνον από την πίστην των δια την Ένωσιν με την Ελλάδα. Και έρχεσθε σήμερον, την πίστιν αυτήν να την κταλύσητε διά παντός και εσαεί. Έχετε το δικαίωμα; Θα μου απαντήσετε ότι έχετε μαζί σας τον Μακάριον, εκρόσωπον των Κυπρίων. Δεν είναι ο Μακάριος μέλος της Βουλής ώστε να ασκήσω κριτικήν, καίτοι οι ασκούντες κριτικήν πρέπει να κρίνωνται και να επικρίνωνται. Αλλ’ έχω το δικαίωμα να είπε ότι, κανείς Μακάριος, καμία Κυβέρνησις, ούτε αυτή η σημερινή γενεά των Κυπρίων, έχουν το δικαίωμα εις το διηνεκές να δεσμεύσουν τας μελλούσας γενεάς εις το αίτημα της ελευθερίας».
«Να γίνει δημοψήφισμα στην Κύπρο για τις Συμφωνίες»
ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ (Πρόεδρος Προοδευτικών): Χαρακτήρισε τη Συμφωνία της Ζυρίχης «τρομερή» και τόνισε πως «η βασική διάρθρωσις της Δημοκρατίας της Κύπρου στηρίζεται επί της διαρχίας και του διαχωρισμού και της δυσπιστίας, έκφραση δε της διαρχίας είναι η του άρθρου 5 («Η εκτελεστική εξουσία θα ασκείται υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου, αρνητική δε και η καθιέρωσις αλλεπαλλήλων βέτο».
Ο ομιλητής εισηγήθηκε επίσης τη διενέργεια Δημοψηφίσματος στην Κύπρο για τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών, «δια να μην δυνάμεθα να λέγωμεν ότι δεσμεύομεν ένα λαόν, όχι δια να μη πραγματοποιήση αιωνίως το όνειρόν του δια την Ένωσιν, αλλά να τον δεσμεύσωμεν ακόμη και εις τας συμμαχίας του θετικώς. Δηλαδή, και δια το μέλλον του». Και κατέληξε:
«Δηλώ ότι, όχι μόνον με την συνείδησιν ήρεμον, αλλά υπερηφάνως ως ελεύθερος άνθρωπος, αποδοκιμάζω και δεν αναγνωρίζω τας Συμφωνίας».
Περί «νικητών» και «ηττημένων» στο Λονδίνο
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως): Δικαιολόγησε την Ελληνική Κυβέρνηση για την υπογραφή των Συμφωνιών, υποστηρίζοντας ότι «ιστορικός ρεαλισμός επέβαλλεν όπως η Ελλάς προχωρήσει εις την λύσιν του Κυπριακού κατόπιν συνεννοήσεως κατά κύριον λόγον με την Τουρκίαν». Ισχυρίστηκε επίσης, ότι «η ανεξαρτησία δεν ήτο δυνατόν να εξασφαλισθή παρά μόνον εν συνδυασμώ με εγγυήσεις και δεσμεύσεις» και ότι «η Ιστορία δεν επέτρεπε την παράτασιν της κρίσεως πέραν του σημείου εις το οποίον ήχθη αύτη». Προασπίζοντας, επίσης τη λύση της Ζυρίχης είπε: «Εάν δεν εδίδαμεν εις το στοιχείον το τουρκικόν της νήσου τα δικαιώματα τα οποία δίδονται, αυτό θα ήτο κατ’ ουσίαν υπόδουλον ψυχικώς, ηθικώς και πολιτικώς εις το πλειοψηφούν ελληνικόν στοιχείον και αυτό άνθρωποι ονομαζόμενοι Έλληνες δεν το θέλουν, δεν το επιδιώκουν, δεν το επιθυμούν. Επομένως, αυτή η ιδεολογία η οποία διέπει ημάς τους Έλληνας, ώφειλε να μας οδηγήση εις την λύσιν η οποία εδόθη». Και κατέληξε:
«Η πραγματοποιηθείσα λύσις είναι υπό γενικωτέραν ιστορικήν έννοιαν, μέγα γεγονός. Δεν ικανοποιεί πλήρως το αίσθημά μας, όπως δεν ικανοποιεί πλήρως την Αγγλίαν ή την Τουρκίαν. Είναι όμως και ηθικώς μέγα, το ότι ο Έλλην κατορθώνει εις ωρισμένας περιστάσεις να θυσιάζη το αίσθημα δια να ικανοποιή μίαν γενικοτέραν ανάγκην».
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΥΡΟΣ: Απάντησε στον Π. Κανελλόπουλο ότι «από τις Συμφωνίες στο Λονδίνο ουδείς βγήκε νικητής», τονίζοντας: «Τούτο είναι ακριβές μόνον δια την Ελλάδα. Εις το Λονδίνον και την Ζυρίχην, η ελληνική διπλωματία υπέστη πανωλεθρίαν και νικηταί εξήλθον οι Άγγλοι και οι Τούρκοι. Οι Τούρκοι, διότι δια της Συμφωνίας απέκτησαν επί της Κύπρου δικαιώματα, τα οποία δεν ηδυνήθησαν να διαφυλάξουν μετά ένα νικηφόρον πόλεμον το 1923 και το επέτυχον το 1959 χωρίς καμίαν απώλειαν. Δια τους Άγγλους, διότι επιτυγχάνουν εν έτει 1959 πλήρη κυριαρχίαν επί του κυπριακού εδάφους, καθ’ ην στιγμήν καταρρέει η αποικιοκρατία εις όλον τον κόσμον».
Για τη δοθείσα λύση, τόνισε ότι «είναι η χειροτέρα, διότι απεμπολεί εσαεί την αυτοδιάθεσιν, εγκαθιστά εις την Κύπρον την τουρκικήν Κυβέρνησιν και δημιουργείται μόνιμος εστία αναταράξεως των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Επί πλέον, παρέχεται το δικαίωμα εις τους Τούρκους βουλευτάς, εκπροσωπούντας τα 18 εκατοστά του πληθυσμού της Κύπρου, να παραλύουν την λειτουργίαν του νέου κράτους, αρνούμενοι την ψήφισιν οικονομικών νόμων επιβαλλόντων τέλη και φόρους, καταδικάζοντες ούτω την Δημοκρατίαν, η οποία μετά δυσκολίας θα φέρη τα βάρη του πολυτελούς της πολιτεύματος να υποκύψει εις ξένην δύναμιν και να χάση την ανεξαρτησίαν της. Η λειτουργία δηλαδή του κράτους, εξαρτάται καθ’ ολοκληρίαν από την μειονότητα των 80.000 Τούρκων της νήσου εις την οποίαν παρεδόθη η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων της Κύπρου».
«Ούτε ανεξάρτητον κράτος είναι, ούτε Δημοκρατία»
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Αρχικά ανέφερε πως πιστεύει πως ο Μακάριος τηρήθηκε ενήμερος επί των Συμφωνιών, όμως επέρριψε την ευθύνην στην Κυβέρνηση Καραμανλή «δια την υποταγή του Αρχιεπισκόπου». Για το περιεχόμενο των Συμφωνιών είπε, μεταξύ άλλων:
«Το κατασκεύασμα των κ.κ. Καραμανλή, Μεντερές, Αβέρωφ και Ζορλού ούτε ανεξάρτητον κράτος είναι, ούτε Δημοκρατία δύναται να ονομασθή. Ανεξάρτητος Πολιτεία δεν είναι διότι, όχι μόνον εμποδίζεται να ασκήση το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως, αλλά και διότι, κατά τον κατασταστικόν αυτής χάρτην, υποχρεούται εις συμμαχίαν με την Ελλάδα και την Τουρκίαν. Και Δημοκρατία δεν είναι, διότι δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωσις που να δύναται να ληφθή μία απόφασις από την πλειοψηφίαν η οποία να είναι, άνευ ετέρου, αφ’ εαυτής ισχυρά.(…) Πρόκειται περί Δημοκρατίας ιδιορρύθμου τύπου, η οποία από απόψεως διεθνούς μεν αποτελεί συγκυριαρχίαν των τριών δυνάμεων, από απόψεως δε εσωτερικής διοικητικής, αποτελεί διχοτόμησιν. Αλλά, το πρόβλημα της λειτουργίας του ιδιορρύθμου αυτού καθεστώτος, όμοιον του οποίου δεν γνωρίζω εάν υπάρχη και του οποίου η τιμή της εφευρέσεως ανήκει εις τον Έλληνα και Τούρκον Πρωθυπουργόν και τους υπουργούς των Εξωτερικών των δύο χωρών, είναι το δυσχερέστερον. Το πολίτευμα δεν θα λειτουργήση ομαλώς. Όλον το οικοδόμημα στηρίζεται εις την βασικήν προϋπόθεσιν ότι θα υπάρξει εσαεί στερεά, παγία, ειλικρινής ελληνοτουρκική συμμαχία. (…) Αποτελεί σφάλμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως το εμφανισθέν καθεστώς της Κύπρου. Πιστεύω ότι αποτελεί την χειροτέραν λύιν του Κυπριακού προβλήματος (…) Κατά την δικήν μου πεποίθησιν, αποτελεί νομαδικήν περίπτωσιν η θλιβερά κατάληξις του κυπριακού αγώνος. Ο κ. Πρόεδρος της Κυβερνήσεως και η Κυβέρνησίς του ανέλαβον τας ευθύνας έναντι της Ιστορίας. Έλαβον αποφάσεις, που η πλειοψηφία του λαού δεν εγκρίνει. Δεν αποτελεί ενδεχομένως βάσιν το επιχείρημα κοπώσεως μερίδος του ελληνικού λαού δια να στηριχθή η Κυβέρνησις. Ο ελληνικός λαός εν των συνόλω του ίσταται συμπαραστάτης και παραμένει άκαμπτος εις τον αγώνα. Η Κυβέρνησις ανέλαβεν εν ονόματι της μειοψηφίας του 40% του ελληνικού λαού που την ακολουθεί – και είναι το ποσοστόν αυτό σήμερον ακόμη μικρότερον – και έλαβε την απόφασιν που έλαβε. Ημείς δεν είμεθα διατεθειμένοι να εγκρίνωμεν τας Συμφωνίας. Αι ευθύναι ανήκουν εις εκείνους που τας υπέγραψαν».
