Ο αέναος επεκτατισμός της Ρωσίας

Του Γιάννη Ξένου

Συχνά οι απολογητές του ρωσικού καθεστώτος επικαλούνται τα ιστορικά δικαιώματα της Ρωσίας στην Ουκρανία, τη Μολδαβία, τις Βαλτικές Χώρες κ.ο.κ. ή ότι η Ρωσία απειλείται, περικυκλώνεται κ.λπ. Διαβάζοντας στην Ελλάδα για ιστορικά δικαιώματα ίσως το μυαλό μας να πηγαίνει σε γερά εδραιωμένα ιστορικά δικαιώματα όπως για παράδειγμα του ελληνισμού π.χ. στη Μικρά Ασία, στη Μαύρη Θάλασσα ή στην Κάτω Ιταλία. Δικαιώματα δηλαδή που έχουν στην πλάτη τους χιλιετίες ελληνικής παρουσίας, πολιτισμού και προσφοράς.
Στην περίπτωση της Ρωσίας όμως ο βάρβαρος επεκτατισμός είναι αυτός που βαφτίζεται «ιστορικά δικαιώματα». Στα τέλη του 15ου αιώνα, το κράτος της Μόσχας δεν ξεπερνούσε σε έκταση τα 430.000 τετρ. χλμ. και τα τρία εκατ. πληθυσμό. Στα μέσα του 16ου, η Ρωσική Αυτοκρατορία είχε εξαπλασιάσει τα εδάφη της (2,8 εκατ. τετρ. χλμ.) και διπλασιάσει τον πληθυσμό της (πάνω από 6 εκατ.). Στις αρχές του 18ου αιώνα, η έκταση είχε εκ νέου σχεδόν εξαπλασιαστεί στα 16 εκατ. τετρ. χλμ. και ο πληθυσμός στα 15,5 εκατ. Τέλος, στα μέσα του 19ου αιώνα, η έκταση αυξήθηκε 19,1 εκατ. τετρ. χλμ., αλλά ο πληθυσμός της εκτινάχθηκε στα 68 εκατ., μιας και κατακτήθηκαν σε εκείνη τη φάση της ρωσικής επέκτασης πολυπληθή έθνη (π.χ. Πολωνοί). Βλέπουμε δηλαδή ότι, σε διαδοχικές φάσεις επέκτασης, ανά περίπου 150 χρόνια, η Ρωσία πολλαπλασιάζει τα εδάφη της και τον πληθυσμό της. Μια επέκταση που καμιά άλλη αυτοκρατορία δεν έχει δείξει σε τέτοια έκταση και με τέτοια σταθερότητα.
Μετά την κατάκτηση των χανάτων του Καζάν και του Αστραχάν στα μέσα του 16ου αιώνα από τον Ιβάν τον Τρομερό, για την Ρωσία ανοίγονται νέοι ορίζοντες, ανατολικά για την κατάκτηση της Σιβηρίας και στα νότια προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Κασπία. Με τη διάλυση των χανάτων, απομειναριών της Χρυσής Ορδής, η Ρωσία απέκτησε την αυτοπεποίθηση σταδιακά να κατακτήσει και τα υπόλοιπα (π.χ. της Κριμαίας), αλλά αντέγραψε από τους μεγάλους εχθρούς έναν τρόπο διακυβέρνησης που διατηρείται έως και σήμερα, της εξωτερικής επέκτασης ως τρόπου κάλυψης των εσωτερικών αδυναμιών.
Ακολούθησαν αλλεπάλληλα κατακτητικά κύματα. Στα τέλη του 16ου αιώνα, ξεκίνησε αρχικά από τυχοδιώκτες Κοζάκους, φυγάδες κ.λπ. και την οικογένεια Στρόγγανοφ, που τους χρηματοδοτούσε, η περιπέτεια της κατάκτησης της Σιβηρίας. Αρχικά κατακτήθηκε το Χανάτο Σιμπίρ στη δυτική Σιβηρία και σταδιακά, μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα, έφτασαν στα σύνορα της Κινεζικής Αυτοκρατορίας, όπου το 1689 συνάφθηκε η πρώτη ρωσοκινεζική συμφωνία. Η κατάκτηση της Σιβηρίας προς τα βορειανατολικά συνεχίστηκε και τους επόμενους αιώνες μέχρι τις αρχές του 19ου ώσπου έφτασαν να ιδρύσουν οικισμό 100 χλμ βόρεια από το σημερινό Σαν Φρανσίσκο. Η επέκταση συνεχίστηκε μέχρι τα σύνορα Κίνας-Κόρεας και τη δημιουργία της ναυτικής βάσης του Βλαδιβοστόκ. Η επέκταση στην Ανατολή έλαβε τέλος με τον Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1905, όταν η Ρωσία υπέστη συντριπτική ήττα. Η «ανακάλυψη» της Σιβηρίας έχει πολλά κοινά σημεία με την «ανακάλυψη» της Αμερικής ιδιαίτερα στον αφανισμό των ιθαγενών πληθυσμών. Στη Σιβηρία μεταφέρθηκαν άγνωστες έως τότε ασθένειες, όπως η ευλογιά, που κατά τη δεκαετία του 1690 ξεκλήρισε το 44% του πληθυσμού των Γιουκαγκίρ.
Η επέκταση στην αχανή Ανατολή ήταν μάλλον το ορεκτικό για να ακολουθήσει η πολύ σημαντικότερη επέκταση σε Δύση και Νότο. Στα μέσα του 17ου αιώνα, η εξέγερση των Ουκρανών κατά της Πολωνικής-Λιθουανικής Ένωσης, που κατείχε την πλειονότητα των εδαφών της, ανάγκασε τους Ουκρανούς να ζητήσουν τη βοήθεια του Τσάρου. Ο Ρωσοπολωνικός πόλεμος σταμάτησε το 1667 με την ανακωχή που υπεγράφη στο χωρίο Ανδρούσοβο, το 1667, όπου η Ρωσία και Πολωνία μοίρασαν την Ουκρανία (δυτικά του ποταμού Δνείπερου οι Πολωνοί, ανατολικά οι Ρώσοι, με εξαίρεση το Κίεβο που το πήραν οι Ρώσοι). Μέχρι τη Μεγάλη Αικατερίνη, οι Ουκρανοί διατηρούσαν μια μορφή αυτονομίας, που εν συνεχεία εξαλείφθηκε και παρέμειναν υπό ρωσικό ζυγό μέχρι την πτώση της ΕΣΣΔ (με ένα ολιγόμηνο διάλειμμα κατά τη Ρωσική Επανάσταση και μέχρι οι Μπολσεβίκοι να αποκαταστήσουν την αυτοκρατορική «τάξη»).


Ο Μεγάλος Πέτρος, μετά το πολυθρύλητο ταξίδι του στην Ευρώπη, αντιλήφθηκε ότι χρειάζεται διέξοδο προς τις βαλτικές ακτές για να εμπορεύεται με την Ευρώπη. Στο στόχαστρό λοιπόν μπήκε η Λιβονία (σήμερα περιοχή που μοιράζεται η Εσθονία και η Λετονία) που την κατείχε η Σουηδία. Ο «Μεγάλος Βόρειος Πόλεμος» που διήρκησε 21 χρόνια έφερε αντιμέτωπες τη Σουηδία, που ήταν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη της εποχής, με τον συνασπισμό Ρωσίας, Δανίας, Σαξονίας και Πολωνίας. Παρότι οι Σουηδοί κέρδισαν αρχικά τις περισσότερες μάχες, η πολιτική απειρία του νεαρού βασιλιά τους είχε αποτέλεσμα η Ρωσία να είναι η μεγάλη νικήτρια. Κέρδισε τη Λιβονία, την Εσθονία, την περιοχή της Ίνγκριας, όπου αργότερα οικοδομήθηκε η Αγία Πετρούπολη, μέρος της Καρελίας και σημαντικές πόλεις-λιμάνια όπως η Ρίγα, η Νάρβα και το Βίμποργκ. Επί Μεγάλου Πέτρου ξεκίνησε και η επέκταση προς τον Νότο με την κατάληψη του Αζόφ το 1696, αλλά και η εκστρατεία στην Υπερκαυκασία, αλλά το μεν Αζόφ το έχασε λίγα χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια του πολέμου με την Σουηδία, όταν αυτή συμμάχησε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τα δε κέρδη στην Υπερκαυκασία εξανεμίστηκαν από τους διαδόχους του μέχρι να έρθει στην εξουσία η Μεγάλη Αικατερίνη.
Επί Μεγάλης Αικατερίνης, ο ρωσικός επεκτατισμός έλαβε νέα δυναμική. Μέσα σε είκοσι χρόνια, με τις αλλεπάλληλες διχοτομήσεις της Πολωνίας, κέρδισε τη μερίδα του λέοντος των πολωνικών εδαφών, 470.000 τετρ. χλμ. (63%) και σχεδόν 7 εκατ. νέους υπηκόους (45%), με τα υπόλοιπα εδάφη να διανέμονται μεταξύ Αυστρίας και Πρωσίας. Το «Πολωνικό Ζήτημα» κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή ολόκληρο τον 19ο αιώνα, όπως και η διαρκής προσπάθεια των Πολωνών να ανακτήσουν την ανεξαρτησία τους, επιβεβαιώνοντας την προφητική φράση του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, το 1772, «ότι θα είναι πιο εύκολο οι Ρώσοι να καταπιούν την Πολωνία, παρά να τη χωνέψουν».
Παράλληλα, την ίδια εποχή, επεκτάθηκε και προς τον Νότο. Με τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1764-1774, η Ρωσία κέρδισε ένα μέρος από τα βόρεια παράλια της Μαύρης Θάλασσας (μεταξύ των ποταμών Μπούγκ και Δνείπερου), την παραλιακή ζώνη της αζοφικής (εκεί που αργότερα μεταφέρθηκαν εκτός των άλλων και ελληνικοί πληθυσμοί από την Κριμαία και δημιουργήθηκε ο ελληνισμός της Αζοφικής). Έτσι δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για το επόμενο βήμα που ήταν η κατάκτηση του χανάτου της Κριμαίας το 1783.


Η Αικατερίνη στράφηκε όμως και στην περιοχή του Καυκάσου, αλλά εκεί χρειάστηκε πολύ πιο επίμονη προσπάθεια που διήρκεσε σχεδόν έναν αιώνα (1784-1878). Η πανσπερμία λαών (άνω των 50), η γεωγραφία της περιοχής με το ορεινό ανάγλυφο, ο ανταρτοπόλεμος των ντόπιων λαών που αγωνίζονταν κυριολεκτικά για την επιβίωση τους κατέστησαν την κατάκτηση εξαιρετικά δύσκολη. Χρειάστηκε μέχρι και η «συμβολή» του Στάλιν για να επιτευχθεί μια κάποια «ειρήνευση» στην περιοχή με τη μεταφορά, εκτόπιση και ανάμειξη διαφορετικών λαών. Αλλά και ο Πούτιν εδραίωσε την εξουσία με τον δεύτερο πόλεμο στην Τσετσενία, όταν κατέστειλε αγρίως την εξέγερση των Τσετσένων αυτονομιστών.
Η κατάκτηση του Καυκάσου επιτεύχθηκε ανά κύματα. Το πρώτο κύμα που έληξε το 1825, με την εξέγερση των Δεκεμβριστών, είχε ελάχιστες επιτυχίες στον νότιο Καύκασο, αλλά η σθεναρή αντίσταση κυρίως των Τσετσένων οδήγησε την επιχείρηση σε αποτυχία. Το δεύτερο κύμα, από το 1829 έως το 1855, οπότε υπεγράφη βραχύβια ανακωχή λόγω του Κριμαϊκού Πολέμου, δεν έφερε και αυτό σπουδαία αποτελέσματα. Αλλά το τρίτο κύμα από το 1856-1864 έφερε την κατάκτηση του Καυκάσου όταν ένας στρατός 200.000 ανδρών υπέταξε τους 54 λαούς και τις 14 φυλές της περιοχής.
Εν συνεχεία, σειρά έλαβε η περαιτέρω διείσδυση στην κεντρική Ασία, το 1865 κατακτήθηκε η Τασκένδη (πρωτεύουσα του σημερινού Ουζμπεκιστάν), το 1868 το χανάτο της Μπουχάρας (σημερινό Ουζμπεκιστάν), το διάστημα 1873-1876 τα χανάτα της Χίβας (τα εδάφη μοιράζονται μεταξύ των κρατών Ουζμπεκιστάν, Τουρκμενιστάν και Καζακστάν) και της Κοκάνδης (σήμερα τα εδάφη του διαμοιράζονται μεταξύ Ουζμπεκιστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν και Καζακστάν). Η κατάκτηση της Κεντρικής Ασίας ολοκληρώθηκε το διάστημα 1881-1884 με την έρημο Καρακούμ στο Τουρκμενιστάν.
Βλέπουμε ότι ακόμα και σε περιόδους αδύναμων τσάρων, όπως από το 1850 και μετά, ακόμα και μετά από ήττες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, όπως στον Κριμαϊκό Πόλεμο, ο σταθερός στόχος της Ρωσίας για επέκταση προσανατολίζεται σε περιοχές με λιγότερους ανταγωνιστές όπως ο Καύκασος και η Κεντρική Ασία. Παράλληλα, την ίδια περίοδο, με την ιδέα του πανσλαβισμού πια, η Ρωσία επιχειρεί και στα Βαλκάνια να διεκδικήσει όσα περισσότερα μπορεί μέσω της ενίσχυσης των Βουλγάρων, όπου με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου η Βουλγαρία έγινε, έστω και πρόσκαιρα, το μεγαλύτερο βαλκανικό κράτος με έκταση 163.000 τετρ. χλμ., περιλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας. Η προσέγγιση και ενίσχυση του βουλγαρικού εθνικισμού εξακολούθησε και στις επόμενες δεκαετίες, παρά την αλλαγή καθεστώτος στη Ρωσία, με σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις για τον ελληνισμό της Μακεδονίας, της Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας.
Η τελευταία προσπάθεια τσάρου για επέκταση ήταν και η μοιραία. Ο τσάρος Νικόλαος Β΄, το 1904, αναζητούσε στρατιωτικές επιτυχίες για να περιοριστεί η κριτική για τα εσωτερικά προβλήματα. Μια επέκταση στην κινεζική Μαντζουρία, που διεκδικούσε και η Ιαπωνία, και στο λιμάνι του Πορτ Άρθουρ, το οποίο έμενε χωρίς πάγο καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, κρίθηκε ως η κατάλληλη λύση. Οι αλλεπάλληλες νίκες όμως των Ιαπώνων σε όλες τις μάχες και το φιάσκο με τη συντριπτική ήττα του ρωσικού στόλου στην Τσουσίμα (το κωμικοτραγικό εγχείρημα του ρωσικού στόλου περιγράφει ο Κων/νος Μαυρίδης στο Άρδην τ. 132) είχε ως αποτέλεσμα η Ρωσία να υποδεχτεί με ανακούφιση την ειρηνευτική προσπάθεια των ΗΠΑ. Σε αυτόν τον πόλεμο, η Ρωσία απώλεσε 400 χιλ. στρατιώτες, ενώ βαρύτατες ήταν και οι οικονομικές συνέπειες. Η ρωσική επανάσταση του 1905 προκλήθηκε από την ήττα στον πόλεμο και αποτέλεσε την πρόβα για την επανάσταση του 1917 που γκρέμισε τη δυναστεία των Ρομανώφ, που, στους τέσσερις αιώνες που κυβέρνησε τη Ρωσία, σφράγισε την επέκτασή της.
Με την επικράτηση και την εδραίωση των μπολσεβίκων, το 1917, οι προεπαναστατικές διακηρύξεις του Λένιν για δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση ξεχάστηκαν και ο πολύτιμος γι’ αυτόν Στάλιν ανέλαβε να διατηρήσει όλες τις εθνότητες που αποτελούσαν τη Ρωσική Αυτοκρατορία στη νέα πραγματικότητα σοβιετικής αυτοκρατορίας. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περαιτέρω επέκτασης της Ρωσίας με τη δορυφοροποίηση της Κεντρικής Ευρώπης και των Βαλκανίων πολύ θα ικανοποιούσε τους Ρομανώφ. Η πτώση της ΕΣΣΔ και το διαλυτικό πέρασμα του Γιέλτσιν αποδείχτηκε μικρό διάλειμμα αφού γρήγορα το καθεστώς Πούτιν ένωσε το νήμα από εκεί που το άφησαν οι τσάροι και οι ηγέτες των μπολσεβίκων, περιόρισε τις διαλυτικές τάσεις βάζοντας στον «γύψο» τον Καύκασο και από το 2014 ξεκίνησε την αντεπίθεση αρχικά με την Ουκρανία. Πλέον, απειλεί ανοιχτά τις βαλτικές χώρες, την Κεντρική Ευρώπη, ενώ επιθυμεί να θέσει υπό τον έλεγχό του τα Βαλκάνια, είτε άμεσα, π.χ. στη Ρουμανία, με την εκλογή μαριονετών του, είτε να αυξήσει την επιρροή, π.χ. στην Ελλάδα, ανατρέποντας ισορροπίες δεκαετιών.

*Το άρθρο γράφτηκε με την πολύτιμη βοήθεια του βιβλίου της Γιάννας Κατσόβσκα-Μαλιγγούδη, Η αυτοκρατορική Ρωσία (1613-1917), Gutenberg 2008.

Σχολιάστε