Αφήγηση Γεώργιου Κάιζερ για την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974

Η Ιστορία,πάντα γράφεται από εκείνους που τη γνώρισαν από «πρώτο χέρι»…

Του Γεώργιου Κάιζερ

(1975)
(Δημοσιεύθηκε στο: Πεθαίνοντας στην Κύπρο, Λευκωσία: Επιφανίου, 2000.)

Πριν εισέλθω εις την εξιστόρησιν των γεγονότων της Τουρκικής εισβολής, επιθυμώ να δώσω μερικά στοιχεία τα οποία, κατά την γνώμην μου, είναι χρήσιμα.

Α. Εις την περιοχήν Κυρηνείας αι ημέτεραι στρατιωτικαί δυνάμεις ήσαν ως ακολούθως: α) Η 33 Μ. Καταδρομών με έδραν το Πέλλα Πάϊς. Η εν λόγω μοίρα κατά τον χρόνον της αποβάσεως ήτο καταπονεμένη και εκτός έδρας, καθ’ ότι έλαβε μέρος εις το πραξικόπημα. Αντικειμενικός σκοπός ταύτης ήτο o Άγιος Ιλαρίων. β) Το 251 ΤΠ με έδραν την Γλυκιώτισσα. Ένας λόχος του εν λόγω τάγματος ευρίσκετο εις τον Προφήτην Ηλίαν, άλλος λόχος πλησίον του σταδίου Γ.Σ. «Πράξανδρος», άλλος λόχος επήνδρωσε φυλάκια εις τα ριζά του βουνού κάτωθεν του Αγίου Ιλαρίωνος και η υπόλοιπος δύναμις ήτο εις το Στρατόπεδον. γ) Μοίρα παρακτίου πυροβολικού με έδραν την μονήν Αχειροποιήτου, παρά τον Καραβάν. δ) Μοίρα ορεινού πυροβολικού με έδραν την περιοχήν «Βόσπορος» 2 χιλ. ανατολικώς της Κυρηνείας. ε) 31 Μ.Κ. με έδραν την Ι. Μονήν Χρυσοστόμου παρά το Δίκωμον. στ) Έφεδροι αξιωματικοί κληθέντες μετά το πραξικόπημα και αριθμός εφέδρων εις τους οποίους επεδόθησαν ΦΑΠ την νύκτα της 19.7.1974. ζ) Άρματα μάχης πεπαλαιωμένα, ελάχιστα και δύο τορπιλλάκατοι.

Β) Πέραν άλλων πληροφοριών αίτινες θα υπήρχον περί της προθέσεως των Τούρκων δι’ απόβασιν σημειώ και τα ακόλουθα: α) Την 18.7.1974 υπήρχε πληροφορία η οποία και επεβεβαιώθη ότι ειδοποιήθησαν υπό των τουριστικών πρακτορείων των και των αντιστοίχων Πρεσβειών των Γερμανοί, Γάλλοι και Άγγλοι τουρίσται διαμένοντες εις ξενοδοχεία της περιοχής Κυρηνείας να ετοιμασθούν δια εσπευσμένην αναχώρησιν. Πράγματι ούτοι ανεχώρησαν την 19.7.1974 ομαδικώς. β) Έλλην ανώτερος υπάλληλος του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων, ο οποίος είχε την δυνατότητα να διέρχεται από τον δρόμον Λευκωσίας Κυρηνείας μέσω Κιόνελι και ο οποίος διήλθεν εκείθεν την 18.7.1974, διεπίστωσεν ότι οι Τούρκοι προέβησαν εις πλήρη επιστράτευσιν και ευρίσκοντο εις συνεχή συναγερμόν από της 15.7.74. γ) Το απόγευμα της 19.7.74 υπερέπτησαν των βορείων ακτών της Κύπρου τουρκικά αναγνωριστικά αεροπλάνα.

Γ) Η περιοχή η οποία απετέλεσε τον πρώτον στόχον των τουρκικών σχεδίων από 20.7.74 – 30.7.74 πληθυσμιακώς έχει ως ακολούθως:

ΈλληνεςΤούρκοιΑρμένιοι και ΜαρωνίταιΆλλων Φυλών
Κυρήνεια2.37369639390
Τέμπλος611615
Άγιος Γεώργιος6181
Τριμίθι301
Κάρμι6503
Καράκουμι19412
Θέρμια1404
Καζάφανι458598
Φτέρυχα121
Εληά77
Μότιδες53
Παληόσοφος151
Αγ. Επίκτητος118192
Πέλλα-Πάϊς7196

Από ενωρίς την πρωΐαν τα τουρκικά πολεμικά πλοία διετάχθησαν κατά μήκος της ακτής Κυρηνείας. Την 5.10’ εξεδηλώθη η επίθεσις από θαλάσσης και αέρος. Κατά τον χρόνον της εκδηλώσεως της τουρκικής ενεργείας ευρισκόμουν εις το Διοικητήριον του 251 ΤΠ & 3ου ΤΣ μαζί με αξιωματικούς και άλλους εφέδρους. Το στρατόπεδον απετέλει στόχον του ναυτικού και της αεροπορίας των Τούρκων. Είμεθα τυχεροί διότι δεν εκτυπήθη η αποθήκη οπλισμού και πυρομαχικών, η οποία ευρίσκετο 40 πόδια περίπου νοτίως του κτιρίου του διοικητηρίου. Εις τον μεταξύ του Διοικητηρίου και της αποθήκης χώρον έπεσε μία βόμβα, η οποία ευτυχώς δεν εξερράγη.

Όταν εκόπασε κάπως ο κανονιοβολισμός των πλοίων και ο βομβαρδισμός των αεροπλάνων, έλαβα διαταγήν παρά του Διοικητού του 3ου ΤΣ όπως φέρω εις πέρας αποστολήν εις την πόλιν Κυρηνείας. Αφού έφερα εις πέρας την αποστολήν μου και επέστρεφα εις την βάσιν μου συνήντησα καθ’ οδόν φίλον μου ιατρόν ο οποιός με παρεκάλεσε να τον μεταφέρω εις το Νοσοκομείον Κυρηνείας, όπου και τον μετέφερα. Εκεί επεκράτει μεταξύ του προσωπικού πανικός διά την εν γένει κατάστασιν γενικώς και ειδικώτερον διότι εβάλλετο από θαλάσσης και αέρος το παρακείμενον μεσαιωνικόν φρούριον όπου ευρίσκετο η ναυτική βάσις. Κατόπιν τούτου εθεώρησα σκόπιμον να παραμείνω εις το Νοσοκομείον, αφού προηγουμένως εζήτησα οδηγίας από τον Διοικητήν του 3ου ΤΣ.

Ενώ ευρισκόμουν εις το Νοσοκομείον είδα να διέρχωνται άνωθεν αυτού και άνωθεν της Κυρηνείας μεταγωγικά αεροπλάνα και ελικόπτερα ανά κύματα. Εις κάποιαν στιγμήν επολυβολήθη από αεροπλάνου και ο έμπροσθεν του Νοσοκομείου δρόμος. Επειδή το Νοσοκομείον ευρίσκετο εις πολύ πλησίον στόχους της τουρκικής αεροπορίας και του ναυτικού των και επειδή από παλαιότερα υπήρχε σχέδιον μεταφοράς του Νοσοκομείου εις Πέλλα-Πάϊς, εις περίπτωσιν έκτακτου ανάγκης, εζήτησα από το 3ον ΤΣ την άδειαν όπως μεταφέρωμεν τούτο εις Πέλλα-Πάϊς. Πράγματι η άδεια παρεσχέθη και με πολλήν προφύλαξιν μετεφέρθημεν εις Πέλλα-Πάϊς και εγκαταστήσαμεν το Νοσοκομείον εις το υπόγειον του εκεί μεσαιωνικού αβαείου, περί την 7 π.μ. Οι κάτοικοι του χωρίου εκλήθησαν και προσεκόμισαν μετά πολλής προθυμίας ρουχισμόν και άλλα χρειώδη, αναγκαία διά την λειτουργίαν του Νοσοκομείου.

Από της 9ης π.μ. περίπου της αυτής ημέρας ήρχισαν να καταφθάνουν εις Πέλλα-Πάϊς κάτοικοι Κυρηνείας και Αγίου Γεωργίου είτε εξ ιδίας πρωτοβουλίας είτε, βασικώς, κατόπιν προτροπής της αστυνομίας και της πολιτικής αμύνης. Ούτω μεταξύ της 20­22.7.1974 ο πληθυσμός του χωρίου ανήλθεν από 725 εις 4-5 χιλιάδες. Προς αντιμετώπισιν της καταστάσεως εδημιουργήθησαν συνεργεία παραλαβής των εκτοπιζομένων και ούτοι εστεγάζοντο προχείρως εις οικίας του χωριού. Περαιτέρω ελήφθη πρόνοια διά την διατροφήν των εκτοπισθέντων, ήτις εγένετο από προμηθείας, τας οποίας παρέσχον αυθορμήτως οι κάτοικοι του χωριού, από προμηθείας της Πολιτικής Αμύνης και από τα πολλά αποθέματα τα οποία είχε το αυτόθι υπάρχον εστιατόριον «πολυτελείας», «Τεμπελόδενδρον», ο ιδιοκτήτης του οποίου κ. Σάββας Κουρτέλλας παρεσκεύαζε φαγητά και τα προσέφερεν εις όλον τον κόσμον. Την συμβολήν του κ. Σάββα Κουρτέλλα επιθυμώ να την εξάρω καθ’ ότι πράγματι ήτο πολύ μεγάλης σημασίας δι’ όσους ανεκλωβίσθησαν εις Πέλλα-­Πάϊς.

Υπεύθυνοι προς αντιμετώπισιν των δημιουργηθέντων πολλαπλών προβλημάτων εις Πέλλα-Πάϊς ήταν οι κ.κ. Γεώργιος Κάιζερ και ο κ. Σωφρόνιος Μάντης. Από το ύψος του χωρίου εβλέπαμεν και ακούαμεν συνεχώς το τι συνέβαινε γύρω μας. Με αγωνίαν και ελπίδα ανεμέναμεν ότι η μήτηρ Ελλάς θα ήρχετο εις βοήθειάν μας. Με πόνον ψυχής εζούσαμεν την από στιγμής εις στιγμήν απώλειαν της αγαπημένης μας γης. Από το ραδιόφωνον ακούαμεν συνεχώς αλληλοσυγκρουόμενες πληροφορίες. Το BBC ανεκοίνωσε από της πρωΐας του Σαββάτου (20.7.74) ότι δήθεν η Κυρήνεια κατελήφθη. Τα αεροπλάνα συνεχώς έβαζαν εις στόχους ως και τα πλοία, ενώ τα ελικόπτερα και μεταγωγικά αεροπλάνα συνεχώς ήρχοντο και έφευγαν κατά κύματα.

Εις το Νοσοκομείον άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτοι τραυματίες. Ήτο μεγάλη η συγκίνησις να βλέπη και να ακούη τους ευσταλείς καταδρομείς μας να ζητούν να τύχουν συντόμως των πρώτων βοηθειών διά να επανέλθουν εις το πεδίον της μάχης. Όλο το βράδυ του Σαββάτου και της Κυριακής οι μάχες εμαίνοντο εις Άγιον Ιλαρίωνα και εις την «Άσπρην Μούττην», Και τα δύο αυτά πεδία των μαχών ήσαν πολύ πλησίον μας ώστε να μπορουμέν να παρακολουθούμεν τας εξελίξεις. Από τραυματίες εμάθαμεν, το βράδυ του Σαββάτου, ότι ο διοικητής της 33 ΜΚ Γεώργιος Κατσάνης έπεσε μαχόμενος ηρωϊκά όχι πολύ μακρυά από το φρούριον του Αγίου Ιλαρίωνος. Εις το Νοσοκομείον μετεφέρθησαν τραυματίαι και ο υποδιοικητής της 33 ΜΚ κ. Ευάγγελος Ματζουράτος, ο οποίος αφού έτυχε των πρώτων βοηθειών ανεχώρησεν αμέσως διά τον Άγιον Ιλαρίωνα όπου επληγώθη και πάλιν την Κυριακήν το βράδυ και ο λοχαγός της αυτής μοίρας Βασίλειος Ροκκάς, όστις μετεφέρθη δις τραυματίας και ο οποίος και τας δύο φοράς επανήλθεν εις την θέσιν του.

Ενώ ευρισκόμουν εις Πέλλα-Πάϊς συνηντήθην μετά των αδελφών Γεωργίου και Παναγιώτη Οικονομίδη, η οικογένεια των οποίων είναι ιδιοκτήτης της περιοχής Πέντε Μίλι, όπου εγένετο η κυρία φάσις της αποβάσεως. Ούτοι ήσαν έφεδροι και ευρίσκοντο εις 251 ΤΠ κατά τον χρόνον της εκδηλώσεως της αποβάσεως. Μετά ταύτα ανεχώρησαν διά Πέντε Μίλι (περί την 5.45’ π.μ. της 20.7.74). Όπως μου ανέφεραν, όταν έφθασαν εις 5 Μίλι, διεπίστωσαν την παρουσίαν μικρού αριθμού στρατιωτών, περίπου 50, η δε περιοχή εφαίνετο ότι εβλήθη προηγουμένως αγρίως. Επειδή δεν βρήκαν τους οικείους τους εις την οικίαν των ετηλεφώνησαν εις Φτέρυχα διά να ερωτήσουν εάν ευρίσκοντο εκεί. Αυτός που τους απήντησε εις το τηλέφωνον τους είπε ότι Τούρκοι στρατιώται προερχόμενοι από το 6 Μίλι έφθασαν προηγουμένως εις το χωρίον και αφού εσυγκέντρωσαν τους κατοίκους τους ηρεύνησαν και προέβησαν εις κλοπάς. Κατά την εκεί παραμονήν των οι Τούρκοι εσκότωσαν εξ άτομα (2 άνδρες, 2 γυναίκες και δύο παιδιά). Οι Τούρκοι ηρώτησαν τους χωρικούς να τους δείξουν ποίος ήτο ο δρόμος ο οποίος οδηγούσεν εις Άγιον Ιλαρίωνα. Επίσης τους διέταξαν να τοποθετήσουν εκτός του χωρίου ένα κόκκινο φώς διά να αντιληφθούν άλλοι Τούρκοι, οι οποίοι θα ήρχοντο εις το μεταξύ ότι από το χωρίον επέρασαν ήδη Τούρκοι και ηρεύνησαν. Επίσης μου ανέφεραν ότι ευρέθη Έλλην βοσκός μαχαιρωμένος νοτίως του 5 Μίλι. Εις το Πέντε Μίλι οι πρώτοι Τούρκοι απεβιβάσθησαν (ήτο η ώρα 8 π.μ. της 20.7.1974) εκ δύο αποβατικών, τα οποία επλησίασαν εις την εκεί αμμουδιάν.

Από πληροφορίας μου αι μοίραι πυροβολικού δεν ετάχθησαν και τα πυροβόλα δεν ετοποθετήθησαν εις τα Πυροβολεία της περιοχής Κυρηνείας.

Εις Κυρήνειαν τα τουρκικά στρατεύματα εισήλθον μετά την 4 μ.μ. της 22.7.74. Δηλ. οι Τούρκοι εκμεταλλευθέντες την εκεχειρίαν, ήτις εγένετο την 4 μ.μ. της 22.7.74, αφ’ ενός μεν απεβίβασαν τον κύριον όγκον της δυνάμεώς των και αφ’ ετέρου, εκμεταλλευθέντες την εκ μέρους μας κατάπαυσιν του πυρός, επροχώρησαν, άνευ οιασδήποτε ουσιαστικής αντιστάσεως εις ολοκλήρωσιν του αντικειμενικού των σκοπού. Και μετά όμως από την είσοδον των Τούρκων εντός της πόλεως Κυρηνείας, υπήρχεν αντίστασις εις το Φρούριον μέχρι της 8.30 μ.μ και τούτο παρά το γεγονός ότι το Φρούριον εβάλλετο συνεχώς πανταχόθεν. Την 10 μ.μ της αυτής ημέρας οι Τούρκοι επροχώρησαν και κατέλαβον τα χωριά Καράκουμι, Θέρμια και Καζάφανι[1].

Την πρωΐαν της 20.7.74 και άμα τη ενάρξει των εχθροπραξιών εκτυπήθησαν και εβυθίσθησαν αι δύο τορπιλλάκατοι του ναυτικού μας. Όσον αφορά την Άσπρην Μούττην, αι ημέτεροι την κατέλαβον το βράδυ του Σαββάτου, ηναγκάσθησαν να υποχωρήσουν την Κυριακήν λόγω του ότι εβάλλοντο συνεχώς από την αεροπορίαν, την επανακατέλαβον την Κυριακήν το βράδυ δια να την εγκαταλείψουν και πάλιν, δια τον αυτόν λόγον, την Δευτέραν. Το αυτό περίπου εγένετο και δια τον Άγιον Ιλαρίωνα, όπου οι ημέτεροι έφθασαν και τις δύο βραδυές 200 μέτρα περίπου από το Φρούριον.

Ένα από τα πολλά φρικτά θεάματα τα οποία μας έκαναν να πονάμε συνεχώς, ημέρα και νύκτα, ήταν αι συνεχείς πυρκαϊές που επροκάλεσαν στα δάση του Πενταδακτύλου οι Τούρκοι με τις εμπρηστικές βόμβες τους. Ο Πενταδάκτυλος με τα ωραία δάση του ελαμπάδιαζε απ’ άκρου εις άκρον. Και τώρα εκεί και πρώτα ωργίαζε το πράσινο, επλάκωσε μαυρίλα…

Στις 6 μ.μ. της 22.7.74 και ενώ ακόμη οι μάχες περί και εντός της πόλεως Κυρηνείας εμαίνοντο, κατέφθασαν εις Πέλλα-Πάϊς δύο τεθωρακισμένα των Ηνωμένων Εθνών (ΗΕ) με Άγγλους. Έσπευσα και επληροφόρησα τον αξιωματικόν τους ότι εις το χωρίον ευρίσκοντο περί τους 5-6 χιλ. άμαχος πληθυσμός και γυναικόπαιδα και ότι πλέον δεν ευρίσκετο στρατιωτική δύναμις εντός ή πέριξ του χωρίου και εζήτησα όπως έχουν τούτο υπ’ όψιν και να φροντίσουν, νοουμένου ότι υπήρχεν υποτίθεται και εκεχειρία από της 4 μ.μ., να μη κτυπηθή το χωριόν. Ο Άγγλος Αξιωματικός των ΗΕ επεκοινώνησε με την βάσιν του μέσω ασυρμάτου και διεβίβασε τα ανωτέρω και μετά ταύτα κατήλθε εις Κυρήνειαν δια να μεριμνήση, ως μου ανέφερε, σχετικώς. Όταν επέστρεψε το βράδυ εις το χωρίον με επληροφόρησε ότι έπραξε τα δέοντα, ότι ουδέν θα συνέβαινε εναντίον μας και ότι μάλιστα είμεθα οι ασφαλέστερον ευρισκόμενοι ανά την Κύπρον.

Την πρωΐαν της Τρίτης 23.7.74 υπήρχε μία περιωρισμένης εκτάσεως ανταλλαγή πυρών μεταξύ μερικών μεμονωμένων και ατάκτων ενόπλων ιδικών μας, οίτινες ευρίσκοντο εντός και πέριξ του χωρίου μετά των τουρκικών δυνάμεων. Μεταξύ των άλλων, που οι Τούρκοι έρριψαν εναντίον μας, ήσαν και όλμοι οι οποίοι ευτυχώς δεν έπεσαν εντός τους χωρίου αλλά επί του Αβαείου. Το απόγευμα της Τρίτης 23.7.74 εγκατεστάθη εις Πέλλα-Πάϊς δωδεκαμελής δύναμις Φιλλανδών των ΗΕ, οίτινες μας επληροφόρησαν ότι ευρισκόμεθα υπό την αιγίδα των ΗΕ. Το βράδυ της αυτής ημέρας επεσκέφθη το χωρίον και ο ως άνω Άγγλος αξιωματικός των ΗΕ μετά των δύο τεθωρακισμένων και επανέλαβεν όσα και την προηγουμένην μας εδήλωσε προς ησυχασμόν μας.

Την 24.7.74 το πρωΐ επεσκέφθη και πάλιν το χωρίον ο ως άνω Άγγλος αξιωματικός και μου επανέλαβε ότι το χωρίον δεν διατρέχει κανένα κίνδυνον, ότι είμεθα οι καλύτερον από πλευράς ασφαλείας εις όλην την Κύπρον, ότι είμεθα υπό την αιγίδα του ΗΕ, ότι το χωρίον ευρίσκεται εκτός της περιοχής των Τούρκων και εσχεδίασε μάλιστα πρόχειρον τοπογραφικόν χάρτην της περιοχής και μου επέδειξεν επ’ αυτού που ευρίσκετο η γραμμή ανακωχής. Την αυτήν πρωΐαν μας επεσκέφθη ο Ερυθρός Σταυρός ο οποίος έφερε μηνύματα και προμηθείας.

Εις το μεταξύ το χωρίον είχεν αποκοπή της υπολοίπου Κύπρου. Λόγω των βομβαρδισμών η παροχή ηλεκτρισμού διεκόπη και δεν ελειτούργουν τα τηλέφωνα. Μόνον ένας στενός χωματόδρομος, ο οποίος εξεκινούσε από το χωριό, επερνούσε νοτίως του τουρκοκρατουμένου πλέον Καζάφανι περί τα 100 μέτρα επροχώρει εις την περιοχήν «Δράμια» και εκείθεν μέσω Αγίου Επικτήτου ενωνόταν με τον κύριον δρόμον Κυρηνείας-Λευκωσίας μέσω Κλεπίνης, υπήρχε διά μίαν επικίνδυνον επικοινωνίαν με την υπόλοιπον Κύπρον.

Το απόγευμα της Τετάρτης 24.7.74 με επεσκέφθη εις το χωρίον και πάλι ο ως άνω Άγγλος αξιωματικός, ο οποίος πολύ θορυβημένος μου ανεκοίνωσε ότι είχε να με πληροφορήση δι’ εν πολύ σοβαρόν ζήτημα. Αφού εκάλεσα και τον κ. Μάντην, μας επληροφόρησεν ότι οι Τούρκοι ζητούν να προβούν εις ενδελεχή έρευναν του χωρίου διά να βεβαιωθούν ότι δεν υπάρχουν εντός αυτού στρατιώται και όπλα. Εάν αρνηθήτε, μου εδήλωσε, τότε οι Τούρκοι είναι αποφασισμένοι να καταλάβουν στρατιωτικώς το χωρίον, άλλως εφ’ όσον θα δεχθήτε θα κάμουν έρευναν και θα φύγουν. Εάν βρουν στρατιώτες θα τους συλλάβουν ως αιχμαλώτους, εάν δε βρουν πυρομαχικά και όπλα θα τα παραλάβουν και πιθανόν να σκοτώσουν τους κατόχους των. Ως στρατιώτην θα θεωρήσουν όποιον, κατά την γνώμην των, είναι στρατεύσιμος. Οι Τούρκοι θέλουν να κάμουν έρευναν διότι επιθυμούν να είναι σίγουροι διά τα νώτα των.

Εις απάντησιν των όσων ανωτέρω μας ανέφερε, του απαντήσαμεν με τον κ. Μάντην ότι εις το χωρίον δεν ευρίσκονται στρατιώται και όπλα και ότι υπεδείξαμεν εις όλους τους στρατιώτες πού απέμειναν από τον στρατόν της περιοχής να προχωρήσουν ανατολικά όπου ευρίσκετο και η γραμμή αμύνης. Ο Άγγλος μας είπε ότι πράγματι και ο ίδιος διεπίστωσε τους ισχυρισμούς μας πλην όμως, παρ’ όλον ότι διαβεβαίωσε περί τούτου τους Τούρκους, ούτοι επιμένουν να έλθουν εις το χωρίον και να προβούν εις εξονυχιστικήν έρευναν. Τότε ημείς απηντήσαμεν ότι δεν έχομεν την δύναμιν να εμποδίσωμεν τους Τούρκους από του να έλθουν διά έρευναν.

Εθεωρήσαμεν επιβεβλημένον μετά του κ. Σωφρονίου Μάντη να ανακοινώσωμεν τα ανωτέρω εις τον κόσμον, αφ’ ενός μεν διά να μη δημιουργηθή πανικός όταν την επαύριον θα ήρχοντο οι Τούρκοι και αφ’ ετέρου διά να απομακρυνθούν του χωρίου τυχόν ευρισκόμενοι εις το χωρίον στρατιώται διά την απομάκρυνσιν τούτων προς την γραμμήν αμύνης μας. Η ως άνω ανακοίνωσις προς τον κόσμον είχε ως αποτέλεσμα να αρχίση μία ομαδική αναχώρησις εκ του χωρίου μέσω του ως άνω αναφερθέντος χωματόδρομου ο οποίος ήτος και το μόνον μέρος διαφυγής. Κατά το βράδυ της 24.7.74 ανεχώρησε από το χωρίον το Νοσοκομείον και οι τραυματίαι ως και το μεγαλύτερον μέρος του κόσμου και επαραμείναμεν τελικώς 1200 άτομα περίπου.

Την επαύριον Πέμπτην 25.7.74, ότε κανονικώς θα ήρχοντο, ως εδήλωσαν, οι Τούρκοι δι’ έρευναν από το πρωί, τελικώς δεν ήλθαν οι Τούρκοι και κατά την 10 π.μ. ήλθεν ο ως άνω Άγγλος αξιωματικός των ΗΕ και μας επληροφόρησεν ότι ούτοι δεν θα ήρχοντο αλλά θα ερχόταν μόνον ένας Τούρκος Αξιωματικός, ο οποίος μαζί με τον ως άνω Άγγλον και εμέ θα περιήρχετο το χωρίον διά ερευναν. Τελικως ούτε ο είς ούτος Τούρκος ήλθε.

Την Παρασκευήν 26.7.74 επεσκέφθη το χωρίον ο Διοικητής και ο Υποδιοικητής του εν Κύπρω Φιλλανδικού αποσπάσματος των ΗΕ και εκάλεσε τον κ. Μάντην και εμέ εις συνεργασίαν. Κατά την συνάντησίν μας τον επληροφορήσαμεν ότι Τούρκοι στρατιωτικοί εισέρχονται εντός του χωρίου με αυτοκίνητα και αναχωρούν χωρίς να κατέλθουν προφασιζόμενοι ότι έχασαν τον δρόμον. Επίσης τον επληροφορήσαμεν διά την εκδηλωθείσαν πρόθεσιν και αξίωσίν των να προβούν εις ερεύνας εντός του χωρίου. Ο ως άνω διοικητής μας εδήλωσεν ότι το χωρίον υπήγετο υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, ότι ευρίσκεται εκτός της τουρκικής κατοχής και ότι οι Τούρκοι ουδέν δικαίωμα είχον να εισέρχωνται εντός του χωρίου ούτε κατά λάθος καν, έδωσε δε οδηγίας εις τους άνδρας του να κλείσουν την είσοδον του χωρίου και να τοποθετήσουν εκεί φυλάκιον των. Περαιτέρω έμεινε σύμφωνος μαζί μας ότι οτιδήποτε μεταξύ ήμων και των Τούρκων θα διευθετείτο μέσω των.

Παρά ταύτα οι Τούρκοι εσυνέχιζαν να εισέρχωνται εντός του χωρίου, δήθεν διότι έχασαν τον δρόμον, και να φεύγουν ευθύς αμέσως χωρίς να κατέρχωνται των αυτοκινήτων των. Τούτο δεν σημαίνει ότι η φρουρά των ΗΕ δεν ήτο καλή και φιλική εναντί μας, αλλά απλώς αι δυνατότητές της ήσαν περιωρισμέναι.

Ο Ερυθρός Σταυρός εξακολούθησε να μας φέρνει τρόφιμα, μηνύματα και φάρμακα. Από της αναχωρήσεως του Νοσοκομείου, καθήκοντα ιατρού, φαρμακοποιού και νοσοκόμου εξετέλει με αξιέπαινον ζήλον ο κ. Σωφρόνιος Μάντης.

Εις Κυρήνειαν ενεκλωβίσθησαν περίπου 700 άτομα εις Dome Hotel, μεταξύ των οποίων και ο κ. Π. Ιωαννίδης. Επίσης εις Κυρήνειαν παρέμειναν διά διαφόρους λόγους περίπου 300 άτομα, ως και μερικά εις Καράκουμι, Θέρμιαν, Άγιον Γεώργιον, Τριμίθι και Κάρμι.

Διά πρώτην φοράν επεσκέφθη το Πέλλα-Πάϊς Τούρκος επίσημος την 31.7.1974 [sic].[2] Ούτος ήτο ο κ. Αχμέτ Σαμή, τον οποίον αι αρχαί κατοχής διώρισαν ως «Έπαρχον» Κυρηνείας, συνοδευόμενος υπό του «αστυνόμου» Κυρηνείας κ. Ουσεΐν.  Άμα τη αφίξει του ο κ. Σαμή εζήτησε τον κοινοτάρχην του χωρίου επειδή δε αυτός εγκατέλειψε το χωρίον από της 21.7.74 εζήτησε να μάθη ποίος ήτο ο υπεύθυνος. Οι παρευρισκόμενοι τον επληροφόρησαν ότι είμαι εγώ οπότε εζήτησε να με συναντήση.


Με ηρώτησε πως πάμε από προμήθειες. Του απήντησα ότι είμεθα καλά και ότι τρόφιμα και φάρμακα μας εφοδιάζει ο ΕΣ και ότι δεν χρειαζόμεθα να μας προμηθεύση (τούτο διότι δεν επεθύμουν να δημιουργηθή εξάρτησις μας από τους Τούρκους). Εζήτησε να μάθη εάν οι υπεύθυνοι της Αρχής Ηλεκτρισμού, της ΣΥΤΑ και της Υδατοπρομηθείας ευρίσκοντο εις Πέλλα-Πάϊς, διότι ήθελε να τους μεταφέρη εις Κυρήνειαν προκειμένου να φροντίσουν διά την αποκατάστασιν των αντιστοίχων παροχών ηλεκτρισμού, τηλεφώνων και ύδατος. Του απαντήσαμεν ότι οι εν λόγω υπεύθυνοι ευρίσκοντο πράγματι εις το χωρίον και τους εκαλέσαμε να παρουσιασθούν. Μετά ο κ. Σαμή με ηρώτησεν εάν ευρίσκοντο εις το χωρίον δημόσιοι υπάλληλοι και ποίοι και του απαντήσαμεν ότι πράγματι υπήρχον, αναφέραντες εις αυτόν ονομαστικώς ποίοι ήσαν αυτοί. Τότε ο κ. Σαμή μας επληροφόρησεν ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι θα επέστρεφαν εντός των ήμερων εις τας εργασίας των κανονικώς. Παρατυχών αστυνομικός ηρώτησε τον κ. Σαμή, εάν το ίδιο θα εσυνέβαινε και με τους αστυνομικούς, ο δε κ. Σαμή απήντησε ότι δεν γνωρίζει ακόμη τί θα γίνη με την περίπτωσιν των αστυνομικών. Περαιτέρω μας εζήτησε να καταρτίσωμεν κατάλογον των εις Πέλλα-Πάϊς ευρισκομένων δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων ημικρατικών υπηρεσιών προκειμένου, ως είπεν, να δώση τούτον εις τον κ. Κληρίδην διά να αποστείλη η Κυβέρνησις και αι υπηρεσίαι των τους μισθούς των. Με ηρώτησεν, επίσης, που επήγε το Νοσοκομείον Κυρηνείας. Απήντησα ότι τούτο ανεχώρησεν έκ Πέλλα-Πάϊς την 24.7.74 προς ανατολάς. Τότε ο κ. Σαμή μου εζήτησε να ειδοποιήσω την διεύθυνσιν και το Προσωπικόν του Νοσοκομείου όπως εντός της επαύριον επιστρέψη εις Κυρήνειαν, άλλως εφ’ όσον δεν επέστρεφε, τότε αι Τουρκικαί αρχαί θα αναγκασθούν να επανδρώσουν το Νοσοκομείον με Τούρκους ιατρούς και νοσοκόμους. Υφ’ ημών ηρωτήθη ο κ. Σαμή εάν αληθεύει ότι ο κ. Σαπρή Ταχήρ έκ Κυρηνείας διωρίσθη ως Δήμαρχος Κυρηνείας και ο Σαμή απήντησε «(Όχι». «Απλώς ο κ. Σαπρή Ταχήρ και ο ….. (ενέφερεν ακόμη ένα όνομα Τούρκου) είναι τα δύο από τα επτά μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου δυνάμει των Συμφωνιών Ζυρίχης. Από την πρώτην ημέραν εκαλέσαμεν τον κ. Στέλιον Κατσελλή (Δήμαρχον Κυρηνείας) για να έλθη να μελετήσωμεν τα προβλήματα της πόλεως αλλά μέχρι σήμερα δεν ήλθε» (Οκ. Στ. Κατσελλής εγκατέλειψε την Κυρήνειαν μετά της οικογενείας του την Κυριακήν 21.7.74 και κατέφυγε εις Λεμεσόν). Μετά ταύτα ο κ. Σαμή ηρωτήθη πότε θα επέστρεφαν οι κάτοικοι Κυρηνείας, Αγίου Γεωργίου και περιχώρων εις τας οικίας των, ούτος δε απήντησε: «Εντός 48 ωρών περίπου δηλ. μέχρι να αποκατασταθή η παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος και του νερού». Και ευθύς αμέσως μας εζήτησε να καταρτίσωμεν λεπτομερή κατάλογον των ευρισκομένων εις Πέλλα-Πάϊς και να σημειώσωμεν που ήθελε ο καθένας να πάη. Παρατυχών κάτοικος Πέλλα-Πάϊς, ο οποίος ειργάζετο εις ιδιωτικήν επιχείρησιν εις Κυρήνειαν, ηρώτησε τον κ. Σαμή τί θα συνέβαινε με την περίπτωσιν του που ήτο κάτοικος Πέλλα-Πάϊς και ειργάζετο εις Κυρήνειαν, ο δέ κ. Σαμή απήντησε: «Θα πηγαίνης το πρωί στην δουλειά σου, το μεσημέρι θα έρχεσαι εις το χωριό σου να τρώης και πάλιν θα επιστρέφης εις την εργασίαν σου όπως πρώτα».

Αναχωρών ο κ. Σαμή δια Κυρήνειαν μετέφερε μεθ’ εαυτού και τους κ.κ. Ερρίκον Ιωάννου, υπεύθυνον υδατοπρομηθείας, Αιμίλιον Ιωαννίδην, υπεύθυνον ΣΥΤΑ και Χαράλαμπον Κωνσταντινίδην, υπεύθυνον Αρχής Ηλεκτρισμού, προκειμένου ούτοι να μεριμνήσουν διά την αποκατάστασιν των αντιστοίχων παροχών, ως επίσης και τον Γιαννακόν Χριστοφη, υπάλληλον της Διοικήσεως.[3] Όταν μετά από μερικές ώρες επέστρεψαν εις το χωρίον οι εν λόγω υπάλληλοι με επληροφόρησαν διά την φρικτήν όψιν της πόλεως, ως επίσης ότι είδαν άταφα πτώματα εντός της πόλεως και ότι τα τουρκικά στρατεύματα ευρίσκοντο εντός και εκτός της πόλεως. Μέρος των στρατευμάτων των Τούρκων εστρατοπέδευσαν εις τα στρατόπεδα της Εθνικής Φρουράς και αλλού. Ούτω κατέλαβον και εστρατοπέδευσαν και εις το παρά το χωρίον στρατόπεδον της 33 ΜΚ.

Το απόγευμα της 1.8.1974 Τούρκος αξιωματικός και στρατιώτες έφθασαν εις τα ακραία σπίτια του χωρίου και συνεκέντρωσαν αρκετάς γυναίκας εις το δημοτικόν σχολείον του χωρίου. Προς αυτάς εξακόντισαν διαφόρους απειλάς περί αντιποίνων εις περίπτωσιν κατά την οποίαν θα εγίνετο οιαδήποτε δολιοφθορά εις βάρος του τουρκικού στρατού. Επίσης εζητήθη όπως ετοιμασθή κατάλογος των διαμενόντων εις Πέλλα-Πάϊς και παραδοθή αυτούς την επαύριον.

Την πρωίαν της 2.8.1974 οι εις Πέλλα-Πάϊς Φρουρά των ΗΕ μου εζήτησε αξίνας, πτύα και πασσάλους προκειμένου οι άνδρες αυτής να αποκόψουν την είσοδον του χωριού. Με επληροφόρησαν επίσης ότι αντελήφθησαν κίνησιν των Τούρκων προς το χωρίον. Μετά από λίγην ώραν είδαμε τους άνδρας των ΗΕ να επιστρέφουν τρεχάτοι, να παραλαμβάνουν το οπλισμόν και τας αποσκευάς των και να αναχωρούν εκ του χωρίου. Εις ερώτησίν μας, ούτοι απήντησαν ότι απηγόρευσαν εις τους Τούρκους την είσοδον εις το χωρίον και ο Τούρκος αξιωματικός τους ηπείλησεν ότι εάν δεν απεμακρύνοντο, οι Τουρκικές δυνάμεις θα τους εκτυπούσαν διά των όπλων. Την αναχώρησιν της Φρουράς των ΗΕ διεδέχθη η είσοδος ισχυράς τουρκικής δυνάμεως εντός του χωρίου. Άμα τη αφίξει των οι Τούρκοι εκάλεσαν όλους τους άρρενας από ηλικίας 15 ετών και άνω όπως συγκεντρωθούν εις το προαύλιον του Αββαείου, τα δε γυναικόπαιδα τα εμάζεψαν εις το Κέντρον «Τεμπελόδενδρον». Τους άνδρας τους εχώρισαν κατά ηλικίας, από 15-25, από 25-40, από 40-55 και άνω των 55 και τους απεμάκρυναν από το προαύλιον. Το τι έκαναν είναι το έξης: Μας έβαλαν εις τετράδας και μας ωδήγησαν εις τον δρομόν ο οποίος οδηγεί εκτός του χωρίου. Εις κάποιο σημείο μας διέταξαν να καθίσωμεν χάμω. Μετά μας έδεσαν τα μάτια και μας επεβίβασαν εις λεωφορεία και φορτηγά αυτοκίνητα τα οποία εξεκίνησαν πρός άγνωστον κατεύθυνσιν. Καθ’ οδόν εκτυπούσαν και ελήστευαν τους αιχμαλώτους. Εις κάποιον σημείον εσταμάτησαν τα αυτοκίνητα και μας εκάλεσαν να αποβιβασθώμεν. Μας διέταξαν να βγάλωμεν ό,τι είχαμεν εις τις τσέπες μας, ταύτα δε τα κατέσχον. Μετά μας επεβίβασαν και πάλιν επί των αυτοκινήτων και εξεκινήσαμεν και πάλιν δι’ άγνωστον κατεύθυνσιν. Μετά διεπιστώσαμεν ότι ευρισκόμεθα εις μίαν μάνδραν παρά το Μπογάζι Κυρηνείας. Εις την μάνδραν αυτήν, διαστάσεων περίπου 100 x 20 ποδών, έβαλαν 450 άτομα. Οι συνθήκες ήσαν άθλιες. Κατά την ημέραν της συλλήψεώς μας δεν μας έδωσαν τροφήν. Κατά τας επομένας ημέρας μας έδιδαν δύο φοράς την ημέραν από ένα μικρό κομμάτι ψωμί και από τρείς εληές, δια κάθε φοράν. Την 3.8.74 εξεχώρισαν τους ασθενείς και τους υπερήλικες και τους μετέφεραν και πάλιν εις Πέλλα-Πάϊς. Εις την μάνδραν μας άφησαν μέχρι της 5.8.74. Το απόγευμα της ημέρας αυτής μας μετέφεραν και πάλιν εις Πέλλα­Πάϊς. Κατά την μεταφοράν μας εις το χωρίον ηδυνήθην να δω ότι υπήρχον μεγάλαι συγκεντρώσεις στρατού εις την περιοχήν Μπογαζίου, ελικόπτερα και μικρά αεροπλάνα. Επίσης είχαν συγκεντρωθή εκεί πλήθος ελληνικών ιδιωτικών αυτοκινήτων.

Πριν μας μεταφέρουν εις Πέλλα-Πάϊς την 5.8.1974, επεσκέφθη την μάνδραν ο Τούρκος ραδιοσχολιαστής του τουρκικού παρανόμου ραδιοσταθμού «Μπαϊράκ» Κ. Τζιαφέρ μετά ενός βοηθού του ο οποίος έφερε μαγνητόφωνον. Ο κ. Τζιαφέρ με εκάλεσε εις συνέντευξιν. Αι ερωτήσεις και απαντήσεις είναι περίπου ως ακολούθως:

Τζιαφέρ: Χαίρομαι πού σας γνωρίζω, παρ’ όλον ότι επεθύμουν να σας γνωρίσω υπό διαφορετικάς συνθήκας. Πέστε μου, αληθεύει ότι τα τουρκικά στρατεύματα σας αφήρεσαν τα τρόφιμα, τα οποία σας έφερε στο Πέλλα-Πάϊς ο Ερυθρός Σταυρός;
Κάιζερ: Να σας πω. Εφ’ όσον ευρισκόμεθα εις Πέλλα-Πάϊς τοιούτον τι δεν συνέβη. Βεβαίως, έχω πληροφορηθή ότι μέχρι τώρα αι τουρκικαί αρχαί εμπόδισαν δύο φοράς τον ΕΣ να μας φέρη τρόφιμα. Δεν ξέρω ποία είναι η τύχη του τελευταίου φορτίου τροφίμων, τα οποία ο ΕΣ μας έφερε την 1.8.74 και εάν αυτά τα επήρεν ο τουρκικός στρατός μετά την σύλληψίν μας.
Τζαφέρ: Πως περνάτε εδώ; Πως σας συμπεριεφέρθησαν αι Τουρκικαί δυνάμεις;
Κάιζερ: Εκτός από τας λεπτομερείας και τας εν γένει συνθήκας τας οποίας βλέπετε, όχι και άσχημα.
Τζαφέρ: Πως ευρέθητε εις Πέλλα-Πάϊς;
Κάιζερ: (ανέφερε το ιστορικόν).
Τζαφέρ: Έχεις να στείλης κανένα μήνυμα εις τους δικούς σου;
Κάιζερ: Μα αγνοώ εάν ευρίσκωνται εν ζωή οι δικοί μου, παρ’ όλον ότι έμαθα ότι ανεχώρησαν εκ Κυρηνείας. Περισσότερον ανησυχώ διά την τύχην του αδελφού μου, ο οποίος αγνοείται από την παρελθούσαν Τρίτην.
Τζάφερ: Που ευρίσκετο ο αδελφός σου;
Κάιζερ: Ήτο υπεύθυνος επισιτισμού της πολιτικής αμύνης με έδραν το Γυμνάσιον Κυρηνείας και η τελευταία φορά πού επεκοινώνησα μαζί του ήτο τηλεφωνικώς την Τρίτην 23.7.74.
Τζαφέρ: Πληροφορούμαι, ότι αναμυγνύεσαι εις την πολιτικήν και ότι υπέβαλες υποψηφιότητα βουλευτού.
Κάιζερ: Μάλιστα.
Τζαφέρ: Κατά την γνώμην σας, ποίος ευθύνεται διά τα γεγονότα και την εν γένει κατάστασιν;
Κάιζερ: Υπό τας περιστάσεις που ευρίσκομαι αφ’ ενός, και επειδή θα χρειασθή αρκετός χρόνος για να απαντήσω εις την ερώτησίν σας, προτιμώ να μην απαντήσω τώρα. Πάντως, πιστεύω ότι είναι πολλά πράγματα που συνέβαλαν και βασικώς οι κακοί χειρισμοί. Θλίβομαι διά την εν γένει κατάστασιν και περισσότερον πονώ όχι διά τα προκληθείσας ζημίας, όσον διά την απώλειαν τόσον ζωών, Ελλήνων και Τούρκων. Οι Έλληνες και οι Τούρκοι πάντοτε έζησαν αρμονικά μεταξύ των και πιστεύω ότι υπάρχουν περιθώρια αρμονικής συμβιώσεώς των. Τουλάχιστον εμείς οι παλαιότεροι ενθυμούμεθα, ότι υπήρξαν καλαί ημέραι μεταξύ μας. Δυστυχώς, όμως, από της ανακηρύξεως της Ανεξαρτησίας, οι Έλληνες και οι Τούρκοι ζουν χωριστά και δεν υπήρχε περιθώριον συμβιώσεως και αναπτύξεως φιλικών σχέσεων μεταξύ των. Αυτό κυρίως επηρέασε την νεολαίαν μας, Ελλήνων και Τούρκων, μεταξύ των οποίων εκαλλιεργήθη εχθρότης λόγω αυτής ακριβώς της ελλείψεως επαφής.
Τζαφέρ: Πως βλέπεις τώρα την κατάστασιν και την εξέλιξιν των πραγμάτων;
Κάιζερ: Να σας πω. Εγώ ήμουν, είμαι και θα παραμείνω ενωτικός. Πιστεύω, ότι η μόνη δικαία λύσις του Κυπριακού είναι η Ένωσις και τούτο διά λόγους πληθυσμιακούς και ιστορικούς. Είμεθα το 82% του πληθυσμού και εσείς το 18%. Επίσης η Κύπρος έχει να επιδείξη τριών χιλιάδων ετών συνεχή ελληνικόν βίον. Πιστεύω ότι υπό καθεστώς Ενώσεως οι Τούρκοι μπορούν να ζήσουν εν ασφαλεία και ότι μπορούν Έλληνες και Τούρκοι να ζήσουν τόσον καλά, όπως και προηγουμένως.
Τζαφέρ: Ευχαριστώ και εύχομαι να συναντηθούμεν υπό καλυτέρας συνθήκας.
Κάιζερ: Κι’ εγώ το εύχομαι και εύχομαι να γίνη διά την Κύπρον ό,τι είναι το καλύτερον.

Μετά την επαναφοράν μας εις Πέλλα-Πάϊς μας εμάζεψαν όλους εις την πλατείαν του χωριού και εκεί μας επληροφόρησαν ότι υπήρχε κατ’ οίκον περιορισμός από της 6 μ.μ. έως της 6 π.μ. ώρας. Επίσης μας εδηλώθη ότι θα υπήρχαν αντίποινα εις περίπτωσιν δολιοφθορών. Εις το χωρίον εγκατεστάθη τουρκική στρατιωτική και αστυνομική δύναμις. Κατά την απουσίαν μας εκ του χωρίου ελεηλατήθη η εκκλησία και μερικά καταστήματα της πλατείας ως και μερικαί οικίαι. Τα ιερά σκεύη της εκκλησίας ευρέθησαν την επαύριον, κατόπιν ερεύνης εις το παρακείμενον του χωρίου στρατόπεδον.

Την 6.8.1974 το απόγευμα επεσκέφθη το χωρίον ο κ. Σαμή συνοδευόμενος υπό του κ. Ουσεΐν, και με εκάλεσε μετά του κ. Σ. Μάντη εις συνεργασίαν. Κατά την συνάντησιν μας μάς εδήλωσε τα ακόλουθα: «Από της 9 π.μ. της αύριον θα αρχίση η κάθοδος των Κερυνιωτών, που ευρίσκονται εις το Πέλλα-Πάϊς, και εις τα άλλα χωριά της περιοχής, εις τα σπίτια τους. Εάν τελειώσουν οι Κερυνιώτες αύριον, τότε στις 8.8.74 θα κατεβούν στα σπίτια τους οι κάτοικοι Αγίου Γεωργίου, διαφορετικά θα συνεχίση η κάθοδος των Κερυνιωτών και την 8.8.74, και οι κάτοικοι Αγίου Γεωργίου θα επιστρέψουν στις 9.8.74. Αφού επιστρέψουν στα σπίτια τους οι Κερυνιώτες και οι Αηγιωρκίτες της περιοχής, τότε θα καλέσουμε και όλους τους Κερυνιώτες και Αηγιωρκίτες που ευρίσκονται στην υπόλοιπην Κύπρον να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Δεν συμβουλεύω να επιστρέψουν στα σπίτια τους όσων τα σπίτια ευρίσκονται εις την άκραν της πόλεως γιατί γύρω από την πόλιν υπάρχει στρατός και μήπως υπάρξουν φασαρίες και ενοχλήσεις». Περαιτέρω μας υπέδειξεν, όταν θα επιστρέφαμεν εις τας οικίας μας να καταγράψωμεν τι ελλείπει από τα περιουσιακά μας στοιχεία, να το καταγγείλωμεν εις την αστυνομίαν, ήτις θα εφρόντιζε δια την ανακάλυψιν και απόδοσίν των.

Κατόπιν των ανωτέρω, εζήτησα από τον κ. Σαμή όπως επιτραπή εις τριμελή επιτροπήν όπως κατέλθη εις Κερύνειαν προ της καθόδου των πολιτών δια να διαπιστώση υπό ποίας συνθήκας θα επέστρεφεν ο κόσμος εις τας οικίας του. Ο κ. Σαμή απεδέχθη την πρότασίν μου και διηυθετήθη ότι την επαύριον 7.8.74 και ώραν 7 π.μ. θα ήρχετο εις Πέλλα-Πάϊς ο κ. Ουσεΐν ο οποίος θα συνώδευε την τριμελή επιτροπήν αποτελουμένην από τον κ. Σ. Μάντην, Ερρίκον Ιωάννου και εμέ εις Κυρήνειαν.

Την 7.8.74 και ώραν 7.30 π.μ. τη συνοδεία του κ. Ουσεΐν και ενός Τουρκοκυπρίου αστυνομικού κατήλθομεν πράγματι εις Κυρήνειαν δι’ έλεγχον. Εις Κυρήνειαν διεπιστώσαμεν ότι αι τουρκικαί δυνάμεις δεν ευρίσκοντο μόνον πέριξ της πόλεως αλλά και εις μερικά σημεία και εντός αυτής. Επίσης υπήρχε στρατιωτικός αποκλεισμός της εμπορικής περιοχής της πόλεως. Επίσης όλαι αι κάθετοι οδοί επί των κεντρικών οδικών αρτηριών ήσαν αποκομμέναι. Τέλος άπασαι αι οικίαι της πόλεως ήταν λεηλατημέναι από του απολύτου μέχρι του σχετικού, η δε πόλις ήτο έρημος. Αι ζημίαι εις οικοδομάς ήσαν περιωρισμέναι. Εις κάποιαν οικίαν της οδού Περικλέους, την οποίαν επεσκέφθημεν και η οποία ήτο πλήρως λεηλατηθείσα είχε δε ανοικτά πόρτες και παράθυρα, ευρήκαμεν το πτώμα μιας γρηάς,[4] η οποία απεβίωσε τουλάχιστον από 10 ήμερων και παρέμενε άταφον επί της κλίνης ενώ οι κότες την εδάγκωναν. Γενικώς το θέαμα της Κυρήνειας ήτο φρικτόν, οδυνηρόν και αποκρουστικόν.

Με αυτάς τας εντυπώσεις εσχημάτισε η Έπιτροπή μερικάς απόψεις και συνεφωνήθη ότι θα εζητείτο παρά των Τούρκων όπως υπάρξουν προϋποθέσεις διά την κάθοδον των Κερυνιωτών εις τα σπίτια των.

Ο συνοδεύων την Επιτροπήν κ. Ουσεΐν μας εδήλωσεν ότι εβιάζετο να μας μεταφέρη εις το Πέλλας-Πάϊς διότι την 9.30 π.μ. είχε σύσκεψιν μετά του κ. Σαμή και άλλων και ότι αφού θα ετελείωνε η σύσκεψις περίπου κατά τας 11.30’ π.μ. θα ερχόταν εις το χωρίον μετά του κ. Σαμή δια να αρχίση η κάθοδος των Κερυνιωτών εις τας οικίας των.

Μετά την επιστροφήν μας εις Πέλλα-Πάϊς η Επιτροπή εκάλεσε τους Κερυνιώτες εις την εκκλησίαν και τους επληροφόρησε δια την υπάρχουσαν εν Κυρηνεία κατάστασιν και περαιτέρω ανέφερε ποίαι ήσαν αι απόψεις της δια την τελικήν κάθοδον των Κερυνιωτών εις τας οικίας των.

Παρ’ όλον ότι παρήλθεν η 7.8.1974 ματαίως ανεμέναμεν να έλθη ο κ. Σαμή δια να αρχίση κάθοδός μας εις τας οικίας μας. Αντιλαμβάνομαι ότι η ως άνω σύσκεψις, την οποίαν μας ανέφερεν ο κ. Ουσεΐν ήτο αποφασιστικής σημασίας και κατά την σύσκεψιν αυτήν απεφασίσθησαν τα μετέπειτα. Ματαίως ανεμέναμεν και αναμένομεν έκτοτε την κάθοδον μας εις τας οικίας μας…

Την 9.8.1974 ο Τούρκος αστυνομικός λοχίας του χωριού με επληροφόρησεν ότι με ήθελεν ο Τούρκος στρατιωτικός υπεύθυνος του χωρίου και με εκάλεσε να τον ακολουθήσω. Κατά την επακολουθήσασαν συνάντησίν μας, ο αξιωματικός μου εδήλωσεν ότι πληροφορείται ότι κατηγορώ τας τουρκικάς δυνάμεις και ότι προτρέπω τους Έλληνας κατοίκους του χωρίου να έχουν εχθρικήν στάσιν έναντι των και μου υπέδειξεν ότι από παντού είμεθα ζωσμένοι από Τούρκους και ουδεμία πιθανότης βοηθείας δι’ ημάς υπάρχει και ότι αν πράγματι αληθεύουν τα όσα έμαθε δι’ εμέ και αν συνεχίσω θα με σκοτώση. Εγώ αρνήθηκα ότι έπραξα ως ανωτέρω και τον εκάλεσα να μου αναφέρη τι συγκεκριμένα επληροφορήθη δι’ εμέ αναλύοντας συγχρόνως τι ακριβώς είπα μέχρι σήμερα κατά τας συγκεντρώσεις των κατοίκων όπου ωμίλησα. Ο αξιωματικός δεν εξειδίκευσε τας κατηγορίας του και μου υπέδειξε μετ’ εμφάσεως να απέχω οιασδήποτε ενεργείας και ότι εκείνος έχει τας πληροφορίας του και εάν συνεχίσω θα με εκτελέση. Τότε εγώ του απάντησε ότι δεν μπορώ να αρνηθώ ότι είμαι Έλλην, ότι το τι πιστεύω το εδήλωσα και εις τον ραδιοσταθμόν Μπαϋράκ και ότι ασφαλώς δεν πιστεύω ότι θα ανέμενεν αυτός από εμέ ή τους Έλληνας γενικώς να εκδηλώσωμεν χαράν και να χειροκροτήσωμεν την άφιξιν των Τουρκικών δυνάμεων και την κατάληψιν της γης μας. Περαιτέρω του επανέλαβα ότι δεν ενήργησα εναντίον των Τουρκικών δυνάμεων ως πληροφορείται και, εάν παρά ταύτα επιθυμεί, να με εκτελέση μπορούσε να με εκτελέση επί τόπου την ιδίαν στιγμήν. Τότε ο αξιωματικός μου ετόνισε ότι πρέπει να είμαι προσεκτικός και ότι μπορούσα να φύγω.

Την 10.8.1974 και ώραν 10 π.μ. ήλθεν εις το χωρίον ο Τουρκοκύπριος αστυνομικός, ο οποίος συνώδευσε μετα του κ. Ουσεΐν την αντιπροσωπείαν εις Κυρήνειαν, μετά ενός άλλου της στρατιωτικής αστυνομίας και με επληροφόρησεν ότι θα έπρεπε να κατέλθω μαζί του εις Κυρήνειαν διότι με ήθελε ο κ. Σαμή δια να συζητήσωμεν το θέμα της επιστροφής των Κυρηνιωτών εις τας οικίας των. Πράγματι, κατήλθον μετά των ως άνω εις Κυρήνειαν οίτινες με ωδήγησαν εις τον αστυνομικόν σταθμόν αντί εις το Διοικητήριον, διότι εκεί δήθεν θα συναντούσα τον κ. Σαμή. Εις την αστυνομίαν επερίμενα επί τρίωρον. Εις το γραφείον όπου ανέμενα ήσαν ένας ανθυπαστυνόμος και εις αστυνομικός. Ο ανθυπαστυνόμος ήτο πολύ προπετής. Με ηρώτησε γιατί άφησα γένι. Του απήντησα ότι δεν είχα εις Πέλλα-Πάϊς τα μέσα δια να ξορισθώ. Τότε εκείνος ειρωνικά με ηρώτησε «μήπως το άφησες γιατί έχεις πένθος;» και εγώ του απήντησα «εάν το θέλης, ναι έχω πένθος και διά το ό,τι έγινε γενικά και διότι έχω πληροφορίες ότι πολλοί φίλοι μου εσκοτώθησαν». Μετά με ηρώτησεν πως λέγομαι ακριβώς, το επάγγελμα και την ηλικίαν μου, τα οποία και εσημείωσε. Αφού υπήρξεν λίγη διακοπή, με ηρώτησε τι γνώμην έχω περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εάν νομίζω ότι αυτά γίνονται σεβαστά. Εγώ του απήντησα ότι πιστεύω εις τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά εκείνο που γνωρίζω είναι ότι αυτά καταπατούνται δυστυχώς από τον εκάστοτε ισχυρότερον. Εις κάποιαν στιγμήν ο ως άνω ανθυπαστυνόμος έβγηκεν από το γραφείον και όταν επέστρεψε μετά από αρκετήν ώραν εκρατούσε στο χέρι του ένα κομμάτι λεπτό σχοινί. Με εκάλεσε να σηκωθώ και να βάλω τα χέρια μου πίσω και ενώ με έδενε με επληροφόρει ότι έχει διαταγήν να με δέση. Αφού με έδεσαν με ωδήγησαν εις τον προ του αστυνομικού σταθμού δρόμον όπου υπήρχε σταθμευμένον ένα λάντ-ρόβερ όπου και με επεβίβασαν. Καθ’ ον χρόνον με επεβίβαζαν επί του λάντ-ρόβερ είδα εις άλλον αυτοκίνητον, το οποίον κατέφθασε την στιγμήν εκείνην να έχουν τον κ. Π. Ιωαννίδην. Ευθύς αμέσως τα δύο αυτοκίνητα εξεκίνησαν με κατεύθυνσιν την Λευκωσίαν. Από Κυρήνειαν μας μετέφεραν εις τον Αστυνομικόν Σταθμόν Σαραγίου εις Λευκωσίαν. Με τον κ. Π. Ίωαννίδην δεν είχα την ευκαιρίαν να μιλήσω, ούτε γνωρίζω που τον εκράτησαν. Μετά έμαθα ότι τον συνέλαβαν από το Dome Hotel όπου ευρίσκετο και άφου τον εκράτησαν 15 ημέρας τον επήραν και πάλιν εις το Dome Hotel. Εμένα με ωδήγησαν εις το υπ’ αριθ. 1 κελλί των κρατητηρίων του Ασ/κου Σταθμού Σαραγίου, όπου με εκράτησαν μόνον μου.

Ο Γιώργος Κάιζερ (πρώτος στα δεξιά) με τους Μιχαήλ Φραγκόπουλο, 
Μιχαήλ Ποντικού, Ανδρέας Κατσούρη και Κλεάνθης Χαραλάμπους, όλοι αδήλωτοι αιχμάλωτοι των Τούρκων στις φυλακές του Σαράι που απελευθερώθηκαν στις 20 Νοεμβρίου, 1974. Εφ. «Η Μάχη», 21 Νοεμβρίου, 1974.

Την επαύριον 11.8.1974 με εκάλεσαν το βράδυ δι’ ανάκρισιν. Ο ανακριτής μου ήτο αξιωματικός πληροφοριών. Δεν μπορώ να πω εάν είναι εκ Τουρκίας ή είναι Τουρκοκύπριος. Πάντως ελάχιστα Ελληνικά εγνώριζε. Κατά τον χρόνον της ανακρίσεώς μου ήσαν εντός του γραφείου άλλα δύο πρόσωπα. Ο ένας από αυτούς εξετέλει χρέη μεταφραστού και γραφέως. Η ανάκρισις εγένετο εις τόνον συνομιλίας και ερωτήσεων-απαντήσεων. Με εκάλεσαν δι’ ανάκρισιν και την 12.8 και την 13.8.74. Εις καμμίαν περίπτωσιν καθ’ όλον το διάστημα της κρατήσεώς μου δεν με εκτύπησαν. Το περιεχόμενον της ανακρίσεως έχει περίπου ως ακολούθως:

– Μου εζήτησε τα ακριβή στοιχεία μου ως και τα στοιχεία όλων των μελών της οικογενείας μου.
– Με ηρώτησε που ευρίσκονται όλα τα μέλη της οικογενείας μου.
– Με ηρώτησε γιατί απελύθη από διδάσκαλος ο γαμβρός μου, του απήντησα ότι απελύθη ούτος διά εκδηκητικούς λόγους, διότι ήτο γαμβρός των Κάιζερ και διότι εκκλησιάζετο εις την κατακόμβην η οποία ήτο εις την οικίαν μου.
– Με ηρώτησεν εάν έχω οιονδήποτε παράπονον δια την έναντι μου συμπεριφοράν των Τούρκων, εάν με εκτύπησαν και εάν μου είπαν οιονδήποτε πικρόν λόγον. Απήντησα ότι δεν έχω παράπονον.
– Με ηρώτησεν εάν ελυπήθηκα που δεν εσκοτώθη ο Μακάριος. Απήντησα ότι αντιθέτως εχάρηκα. Εξέφρασε την έκπληξιν του και του απήντησα ότι εχάρηκα διότι αφ’ ενός μεν εκ πεποιθήσεως είμαι εναντίον των πολιτικών δολοφονιών και αφ’ ετέρου διότι πιστεύω ότι θα είναι εθνικό έγκλημα να δολοφονηθή ο Μακάριος, ο όποιος πρέπει να ζήση διά να ζήση τον πόνον, τον εξευτελισμόν και την βάσανον τα οποία του αξίζουν διά την εν γένει πολιτείαν του.
– Με ηρώτησε γιατί είμαι εναντίον του Μακαρίου. Του απήντησε ότι είμαι εναντίον του διά την προδοτικήν εκ μέρους διαχείρισιν του Κυπριακού και διά την εν γένει φαύλον πολιτείαν του. Εδώ μου ανέφερεν εκείνος περιπτώσεις πού ο Μακάριος κατεχράσθη διά ίδιον οικονομικόν συμφέρον την θέσιν του ως Προέδρου (Περίπτωσις Έτυ).
– Με ηρώτησεν ποία η γνώμη μου περί Σαμψών ως Προέδρου. Του απήντησα ότι δεν νομίζω ότι ήτο το κατάλληλον πρόσωπον διότι δεν είχε τα προσόντα.
– Με ηρώτησε ποία η γνώμη μου περί Κληρίδη ως διαδόχου του Σαμψών. Απήντησα ότι υπό τας περιστάσεις είναι κατάλληλος διά την θέσιν αυτήν.
– Με ηρώτησε ποία η γνώμη μου διά τον Καραμανλήν, ως Πρωθυπουργό της Ελλάδος. Απήντησα ότι υπό τας περιστάσεις είναι κατάλληλον πρόσωπον παρ’ όλον ότι εγώ από φοιτητάς πιστεύω ότι ο ικανώτερος πολιτικός της Ελλάδος είναι ο Μαρκεζίνης. Εις το σημείον αυτό εξέφρασε την ευαρέσκειαν του και εδήλωσεν ότι ο Μαρκεζίνης είναι καλός πολιτικός και φίλος της Τουρκίας.
– Μου εζήτησε το βιογραφικόν μου από του 1950 και εντεύθεν και τι γνωρίζω διά την περίοδον αυτήν. Του απήντησα σχετικώς.
– Με ηρώτησεν εάν αναμειγνύομαι εις την πολιτικήν και εάν κατήλθα ως υποψήφιος βουλευτής εις τας εκλογάς. Απήντησα καταφατικώς και εδήλωσα ότι ανήκω εις την Διοικούσαν Επιτροπήν του ΔΕΚ.
– Με ηρώτησεν ποία η σύνθεσις και το οργανωτικόν της ΕΟΚΑ. Απήντησα ότι ο Διγενής εξέδωσε σχετικώς απομνημονεύματα εις τα οποία εκθέτει σχετικώς.
– Με ηρώτησε τι γνωρίζω περί ΕΣΕΑ, ποία η ηγεσία της και εάν υπάρχη σύνδεσμος και ποίος με την ΕΟΚΑ Β΄. Απήντησα ότι παρ’ όλον ότι υπέγραψα το ιδρυτικόν της ΕΣΕΑ, από 3 ετών δεν έχω επαφήν, διότι υπάρχει μία διαφορά μεταξύ ΔΕΚ και ΕΣΕΑ, όσον αφορά την αντιμετώπισιν του αγώνος και ως εκ τούτου δεν γνωρίζω τίποτε σχετικώς εκτός του ότι η ΕΣΕΑ εtναι η πολιτική έκφρασις της κινήσεως Διγενή. Κατά τον ίδιον τρόπον απήντησα και εις τας ερωτήσεις εάν υπάρχη επαφή και σύνδεσμος μεταξύ ΕΣΕΑ και ΓΕΕΦ και ΓΕΕΦ και ΕΟΚΑ Β΄, ως και εις την ερώτησιν ποία εtναι η σύνθεσις και το οργανωτικόν της ΕΟΚΑ Β΄.
– Με ηρώτησε ποίος είναι ο υπεύθυνος της ΕΟΚΑ Β’ και οι άνδρες αυτής εις την πόλιν και επαρχίαν Κυρηνείας. Του απήντησα ως ανωτέρω. Αυτός επέμεινε, οπότε εγώ του απήντησα ότι η ΕΟΚΑ Β’ είναι μυστική οργάνωσις και αλλοίμονον εάν ο καθένας εγνώριζε τα στελέχη και τους άνδρας της.
– Με ηρώτησεν εάν γνωρίζω πως εφυγαδεύθη ο Γ. Καρούσος εκ Κύπρου και ποίοι τον εφυγάδευσαν. Του απήντησα ότι όσα γνωρίζω είναι αυτά τα οποία εγράφησαν εις τον τύπον. Τότε ο ανακριτής ανέλαβε να διηγηθή το ιστορικόν με λεπτομερείας αναφέροντας πρόσωπα και καταστάσεις.
– Με ηρώτησεν εάν είμαι ο δικηγόρος της Μητροπόλεως Κυρηνείας και εάν πέραν αυτού είμαι φίλος και συνεργάτης του Μητροπολίτου Κυρηνείας και του κ. Πολυκάρπου Ίωαννίδη. Απήντησα καταφατικώς και προσέθεσα ότι πέραν αυτών είμαι και Θρονικός επίτροπος του Μητροπολιτικού Θρόνου Κυρηνείας.
– Επέμενε να μάθη ποία η δράσις των ανωτέρω και εμού. Απήντησα ότι πιστεύομεν και αγωνιζόμεθα διά την Ένωσιν, διότι την θεωρούμεν ως την μόνην δικαίαν και ορθήν λύσιν. Με ηρώτησε γιατί. Του απήντησα ότι την άποψιν μου την τεκμηριώνω εις λόγους πληθυσμιακούς και ιστορικούς και ότι θα είναι η μόνη λύσις, η οποία θα προσφέρη ασφάλειαν εις την Κύπρον.
– Με ηρώτησεν εάν ο Μητροπολίτης και ο κ. Ιωαννίδης είναι μαζί με εμένα οι καθοδηγηταί της ΕΟΚΑ Β’ εις Κυρήνειαν. Απήντησα ότι και οι τρείς μας διεξάγομεν τον αγώνα μας διά πολιτικών μέσων. Με ηρώτησεν εάν οι Τ. Χειμώνας, Τ. Κάιζερ, Ν. Καρεφυλλίδης, Ν. Λιβέρδος και Ι. Κουκκουλίδης είναι ενωτικοί και συνεργάται μας. Του απήντησα καταφατικώς.
– Εις αυτό το στάδιον της ανακρίσεώς μου ανέφερεν ότι τον κ. Π. Ιωαννίδην και εμέ μας εκτιμούν δήθεν πολύ εις την Άγκυραν ως αγνούς, ανιδιοτελείς, ιδεολόγους αγωνιστάς.
– Με ηρώτησεν διά το δημοψήφισμα εάν υπέγραψαν πράγματι τούτο και Τούρκοι και ποίοι είναι αυτοί. Του απήντησα ότι πράγματι υπέγραψαν Τούρκοι, αλλά δεν ενθυμούμαι πόσοι και ποίοι είναι. Επίσης με ηρώτησεν εάν έχω Τούρκους πελάτες και του απήντησα καταφατικώς.
– Μετά με ηρώτησεν διά το τι εγνώριζα διά το σχέδιον «Ακρίτας» του 1963. Απήντησα ότι δεν εγνώριζα λεπτομερείας, καθ’ ότι από του 1959 οι ενωτικοί ευρίσκοντο υπό διωγμόν εκ μέρους της Κυβερνήσεως Μακαρίου, η οποία ουδεμίαν εμπιστοσύνην μας είχε. Τότε ο ανακριτής άρχισε να αναφέρεται εις λεπτομερείας του σχεδίου και να παρουσιάζη τα πράγματα, ως ο ίδιος ήθελε. Εσυνέχισε να καταφέρεται κατά των Ελληνοκυπρίων και γενικώτερον εναντίον του Ελληνισμού ότι από ανέκαθεν ήσαν αναξιόπιστοι και ύπουλοι εις τας σχέσεις των με τους Τούρκους και ότι ουδόλως συνεργάσθησαν δια την εφαρμογήν των συμφωνιών της Ζυρίχης. Τότε εγώ του είπα ότι δεν έχει δίκαιον και ότι και οι Τούρκοι έδειξαν αναξιοπιστίαν εναντίον των Ελλήνων και ανέφερα την περίπτωσιν του πλοιαρίου «Ντενίζ», την περίπτωσιν του σφαγιασμού των Κοντεμενιωτών εις το Κιόνελι κ.λ.π. Τότε ο ανακριτής και οι άλλοι Τούρκοι αντέδρασαν έντονα. Εις απάντησιν τότε εγώ τους είπα ότι δεν επεθύμουν να συνεχίσω επί του θέματος καθ’ ότι δεν ευρισκόμουν επί ίσοις όροις μετ’ αυτών και ότι εν πάση περιπτώσει διετήρουν επ’ αυτού τας απόψεις μου. Εκείνοι επέμεναν, οπότε τους είπα ότι μπορεί να ευρισκόμουν εις χείρας των πλην όμως μόνον σωματικώς με ήλεγχαν, ενώ η ψυχή μου ήτο ελευθέρα και δεν μπορούσαν να κλονίσουν την πίστιν μου.
– Μετά με ηρώτησαν εάν είχα σχέσεις με Έλληνας αξιωματικούς και τους απήντησα ότι ελάχιστες ήσαν οι σχέσεις μου, καθ’ ότι λόγω της επικρατούσης εν Κύπρο καταστάσεως ούτοι απέφευγαν επαφήν μεθ’ ήμων διότι δεν ήθελαν να παρεξηγηθούν από την Κυβέρνησιν.
– Εις κάποιον στάδιον της ανακρίσεως και όταν εγώ ισχυρίσθην ότι οι Τούρκοι απροκλήτως προέβησαν εις ενεργείας εναντίον μας, ο ανακριτής απάντησεν ότι έγινε η απόβασις διότι: (α) ο Σαμψών εις ομιλίαν του ανέφερεν ότι επενέβη ο Ελληνικός Στρατός. (β) ότι μετά το πραξικόπημα η «Ολυμπιακή» μετέφερε συνεχώς στρατόν από την Ελλάδα, και (γ) ότι ο κοινοτάρχης Π. Κυρηνείας είπεν εις ομάδα Τούρκων της πόλεως ότι «αυτήν την εβδομάδα ήτο η σειρά μας την άλλην θα είναι η σειρά σας».
– Τέλος με ηρώτησεν πως βλέπω κατά την αποψίν μου την λύσιν του Κυπριακού μετά την Τουρκικήν απόβασιν. Του απήντησα «εξακολουθώ να πιστεύω ότι η μόνη ορθή και δικαία λύσις του Κυπριακού είναι η Ένωσις και ότι δια της αποβάσεως τίποτε δεν έχει διαφοροποιηθή πολλώ μάλλον, εάν πιστέψωμεν εις τας εξαγγελίας σας ότι η επέμβασις της Τουρκίας είναι ειρηνευτικής φύσεως, δεν πρέπει να ανησυχούμεν καθόλου. Διότι εις την πραγματικότητα τι έχετε καταλάβει μέχρι σήμερον; Επήρατε ένα κομμάτι της Κύπρου όπου ο πληθυσμός και αι περιουσίαι κατά συντριπτικήν πλειοψηφίαν είναι Ελληνικά!
– Με ηρώτησε ποία θα ήτο η εγγύησις των Τούρκων υπό καθεστώς Ενώσεως. Απήντησα ότι όπως οι Τούρκοι έζησαν τόσα χρόνια αρμονικά με τους Έλληνας, κατά τον ίδιον τρόπον μπορούσαν να ζήσουν και πάλιν αρμονικά και ότι μπορούσε να υπάρξη δυνατότης να δοθούν εγγυήσεις διά τους Τούρκους εκ μέρους του ΟΗΕ και του ΝΑΤΟ.
– Με ηρώτησε διατί να μη δοθή εις την Κύπρον το καθεστώς της ανεξαρτησίας με βελτίωσιν της Ζυρίχης. Του απήντησα ότι οι Τούρκοι ζητούν πολύ περισσότερα από ό,τι δικαιούνται και ως μειονότης, ώφειλαν να πειθαρχήσουν εις την απαίτησιν της πλειοψηφίας, η οποία επιθυμεί την Ένωσιν.
– Εις το στάδιον αυτό ο ανακριτής εξενευρίσθη και εγερθείς επλησίασε κρεμάμενον χάρτην της Κύπρου και λέγει: «Επί τρείς ημέρας που σου κάμνω ανάκρισιν ουδέποτε μου είπες διά ανεξαρτησίαν, αλλά μόνον Ένωσιν-Ένωσιν. Αλλά βλέπεις (και έδειξεν επί του χάρτου) από την Τηλλυριάν μέχρι την Λάρνακα, τούτον ούλλον να το πιάσουν οι Τούρκοι και μπορεί να γίνη και διχοτόμησις».
– Τότε είπα εις τον μεταφραστήν να πη εις τον ανακριτήν: «Πες του αφέντη ότι δεν κάμνουμεν διαπραγματεύσεις. Μου εζήτησε την αποψίν μου και του την είπα. Αν μπορούν οι Τούρκοι να πάρουν ό,τι λέει, ας τα πάρουν. Θα υπάρξη αντίδρασις από τον υπόλοιπον κόσμον, καθ’ ότι το Κυπριακόν κατέστη διεθνές. Και όπως θα τα πάρουν θα τα αφήσουν όπως τους Εβραίους». Ο ανακριτής μου απήντησεν ότι οι Εβραίοι δεν εγκατέλειψαν όλα όσα επήραν. Και μετά: «Θα συνεχίσω μεν την ανάκρισιν αργότερα».

Μετά την νύκτα της 13.8.1974 δεν με εκάλεσαν πλέον δι’ ανάκρισιν. Από το κελλί μου παρηκολούθησα και έζησα τον δεύτερον γύρον ακουστικώς.

Καθ’ όλον το διάστημα της κρατήσεώς μου (από 10.8.1974 ­ 20.11.1974) εζητούσα συνεχώς να μου επιτραπή να στείλω μήνυμα εις τους δικούς μου μέσω του ΕΣ, αλλά μου ηρνήθησαν. Δεσμοφύλαξ μου ενεπιστεύθη ότι υπήρχε ρητή διαταγή να μη δω ή να με δη οιοσδήποτε. ‘Έζησα 3 1/2 μήνα (τρείς και ήμισυ) εις πλήρη απομόνωσιν. Η απελευθέρωσίς μου ήτο αποτέλεσμα τύχης. Συγκρατούμενος Έλλην, ο οποίος διέλαθε της προσοχής των φρουρών, μου εμίλησε κρυφίως και προς αυτόν ανέφερα εάν θα απελευθερούτο πριν από εμέ να ειδοποιήση τον κ. Τάκην Ευδόκαν. Πράγματι ούτος αφέθη ελεύθερος την 18.11.1974, ειδοποίησεν αμέσως τον κ. Ευδόκαν, ο οποίος ειδοποίησε τον κ. Κληρίδην. Ο κ. Κληρίδης επεσκέφθη αιφνιδιαστικώς τον τουρκικόν τομέα Λευκωσίας και είπεν εις τον κ. Ντεκτάς ότι ευρίσκομαι εις Σαράη. Την 19.11.1974 με επεσκέφθη ο κ. Ντεκτάς εις το κελλί μου και την 20.11.1974 απελευθερώθην. Μαζί μου αφέθηκαν άλλοι 4 αγνοούμενοι, οι οποίοι δεν εδηλώθησαν. Πιστεύω ότι ευρίσκονται αρκετοί ακόμη αιχμάλωτοι τους οποίους οι Τούρκοι κατακρατούν και αρνούνται ότι τους έχουν εις χείρας των. Πιστεύω ότι εάν δεν συνέβαινε εις την περίπτωσίν μου η ως άνω τυχαία συνεννόησις, εγώ και οι άλλοι μετ’ εμού απολυθέντες θα είμεθα ακόμη αιχμάλωτοι. Μετά την απόλυσιν μου επληροφορήθηκα ότι επί δύο μήνας προ της απολύσεώς του υπήρχον πληροφορίαι ότι είμαι εις το Σαράη, αλλά οι Τούρκοι ηρνούντο τούτο.

Μια από τις πολλές προκηρύξεις που έριχναν τα τουρκικά αεροπλάνα κατά τις πρώτες ώρες της εισβολής. 

[1] Σημ. ΕΔ: Η κατάληψη από τον τουρκικό στρατό αυτών των χωριών έγινε στις 23 Ιουλίου και όχι όπως αναφέρει ο συγγραφέας στης 22 Ιουλίου.

[2] Σημ. ΕΔ: Η πρώτη επίσκεψη του Αχμέτ Σαμή στο Πέλλαπαϊς ήταν στις 24 Ιουλίου 1974. Ο συγγραφέας, πιθανότατα εδώ παρουσιάζει συνοπτικά  όλες τις συζητήσεις που είχε με τον κατοχικό έπαρχο Κερύνειας.   

[3] Σημ. ΕΔ: Οι προαναφερθέντες υπάλληλοι μεταφέρθηκαν στην Κερύνεια στις 24 Ιουλίου, 1974 και όχι όπως αναφέρει ο συγγραφέας στις 31 Ιουλίου. Απώτερος σκοπός των κατοχικών αρχών ήταν η ηλεκτροδότηση των ψυχτικών θαλάμων της γνωστής υπεραγοράς Κίκα Λοΐζου, που βρίσκονταν στο πίσω μέρος της υπεραγοράς και  φρουρούνταν από Τούρκους στρατιώτες. Το περιεχόμενο τους, χιλιάδων λιρών αξίας εισαγόμενα αρνιά από Νέα Ζηλανδία, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι εισβολείς.

[4] Σημ. ΕΔ: Πρόκειται για την υπερήλικη Αφροδίτη Χατζησπύρου, σύζυγος του λαϊκού ποιητή Μαυρουδή Γεωργίου.

Σχολιάστε