Η κομμουνιστική αριστερά και ο Εθνικοαπελευθερωτικός Αγώνας των Ελλήνων της Κύπρου.

Περί τα μέσα του 20ου αιώνα ο πληθυσμός της Κύπρου ανερχόταν στις 500,000 κατοίκους περίπου, και αποτελείτο στην συντριπτική πλειοψηφία του (άνω του 80%) από Έλληνες, Τούρκους (ή ακριβέστερα μουσουλμάνους) περί τα 18% του πληθυσμού, και το υπόλοιπο 2% αποτελούσαν Αρμένιοι, Μαρωνίτες, Λατίνοι και Βρεττανοί.

Φυσικά ήτανε γνωστό σε όλους ότι διακαής πόθος της ελληνικής κυπριακής πλειονότητας των κατοίκων ήταν η «Ένωση» με την Μητέρα Ελλάδα κάτι το οποίον ήταν αυτονόητο, λογικό και θεμιτό  όσον και το ακριβώς ανάλογο αίτημα της ελληνικής συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων της Κρήτης, ή των Δωδεκανήσων ή ακόμα πιο παλιά των Επτανήσων.

Είναι γεγονός ότι όταν ετέθη το ζήτημα της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα από αυθόρμητες ενέργειες με αποκλειστική πρωτοβουλία των Ελλήνων της Κύπρου για πρώτη φορά το 1931, είτε κατόπιν προσεχτικής σχεδιάσεως, με διαρκείς ενέργειες σε πολλά επίπεδα και στο τέλος με επίσημη υποστήριξη της Ελλάδος το 1955, η αντίδραση της Βρετανίας υπήρξε απολύτως αρνητική.

Συνεπεία της λαϊκής εξέγερσης του 1931, η οποία κατεστάλη με την βία, η Βρετανία σταμάτησε το καθεστώς περιορισμένης αυτοδιοικήσεως, το οποίον ίσχυε μέχρι τότε, κατήργησε τον ισχύοντα  καταστατικό χάρτη και το υφιστάμενο εκλεγμένο τοπικό βουλευτικό σώμα, και η Κύπρος έγινε πλέον αποικία η οποία κυβερνάτο από το Βρετανικό Στέμμα από τον Κυβερνήτη.

Ύποπτη ήταν τότε η στάση του Πρωθυπουργού της Ελλάδος, Ελευθερίου Βενιζέλου έναντι του Κυπριακού Ελληνισμού, όπως απορριπτική υπήρξε  λίγα χρόνια πριν, και έναντι του Ελληνισμού των Δωδεκανήσων, όταν κατά την θερμή συνάντηση του με τον Πρωθυπουργό της Ιταλίας Μπενίτο Μουσσολίνι στην Ρώμη κατά την σύναψη της διμερούς Συμφώνου Φιλίας και Συνδιαλλαγής μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας, στις 23 Σεπτεμβρίου 1928, ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελ. Βενιζέλος είχε παραιτηθεί από κάθε αξίωση επί της Δωδεκανήσου αλλά και επί της Κύπρου, δηλώνοντας δημοσίως, σε συνέντευξη Τύπου ότι: «Δωδεκανησιακό ζήτημα μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας δεν υφίσταται και μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάνης, το ζήτημα τούτο υφίσταται μόνον μεταξύ Δωδεκανησίων και της Ιταλίας, ως ακριβώς το Κυπριακό είναι ζήτημα όχι μεταξύ Ελλάδος και Αγγλίας, αλλά μεταξύ Αγγλίας και του Κυπριακού λαού».

Στη συνέχεια μέσα από διεθνείς ταραχώδεις καταστάσεις, στα τέλη της δεκαετίας του 1930, και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που ακολούθησε, η Κύπρος αποτελούσε μια ξεχασμένη αποικία. Μεταπολεμικά , ετέθη από την Ελληνική Κυπριακή πλευρά και πάλι το  ζήτημα της αυτοδιαθέσεως, δηλαδή της ενώσεως της Κύπρου με την μητέρα Ελλάδα.

Η Βρετανία ως Αποικιοκρατική Δύναμη στην οποία απευθύνονταν οι Έλληνες Κύπριοι, το καθόλα νόμιμο, θεμιτό και επίκαιρο αίτημα της Αυτοδιαθέσεως, ήταν η μόνη «Σύμμαχος» δύναμις της Ελλάδας τόσο ιστορικά και διαχρονικά,  όσο και κατά τον μόλις προηγηθέντα μεγάλο Πόλεμο.

Κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα παρέμεινε η μόνη ενεργός σύμμαχος της Βρετανίας σε ολόκληρη την Ευρώπη, όταν όλα τα υπόλοιπα κράτη είχαν «γυρίσει την πλάτη» προς το Λονδίνο είτε προσχωρώντας με την θέληση τους στον Άξονα (π.χ. Ουγγαρία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Φιλανδία), είτε ερωτοτροπώντας μετά του Άξονα και αθετώντας τις προς το Λονδίνο υποχρεώσεις τους, χωρίς όμως στο τέλος να αποφύγουν τον πόλεμο (π.χ. Γιουγκοσλαβία, Βέλγιο) είτε ερωτοτροπώντας μετά του Άξονα επιτυγχάνοντας να διατηρήσουν την επιτήδειο Ουδετερότητα τους (π.χ. Τουρκία, Σουηδία), είτε αποτασσόμενα  στον Άξονα κατόπιν συμβολικής αντιστάσεως (π.χ. Δανία, Ολλανδία).

Kύπρος: Η Κομμουνιστική Αριστερά έναντι του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα

Η Βρετανία γνώριζε ότι οι Έλληνες της Κύπρου δεν θα αποδέχονταν τίποτε λιγότερο από τη γνήσια αυτοδιάθεση, δηλαδή την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Επίσης γνώριζε ότι η διατήρηση και χρήση στρατιωτικών βάσεων στο νησί δεν αποτελούσε πρόβλημα για τους Έλληνες της Κύπρου ή για την Ελληνική κυβέρνηση. Ήδη από το 1953 ο Στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος, τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδος, είχε διαβεβαιώσει τον τότε Υπ. Εξωτερικών (και μετέπειτα Πρωθυπουργό) της Μ. Βρετανίας Σερ Αντωνυ Ήντεν ότι εάν η Βρετανία συγκατατίθετο εις την Ένωσίν της Κύπρου μετά της Ελλάδος, η τελευταία εγγυάτο την συνέχιση  της Αγγλικής στρατιωτικής παρουσίας   επι της νήσου.

Τον Σεπτέμβριο του 1953 διεξάχθηκε στιχομυθία μεταξύ του Αρχιστράτηγου του Ελληνικού στρατού κατά την διάρκεια του Πολέμου του 1940-41 και του Συμμοριτοπόλεμου και εν τω μεταξύ Πρωθυπουργού της Ελλάδος Παπάγου και του Ήντεν Υπουργού Εξωτερικών της Αγγλίας, όπου έμεινε στην ιστορία και καταδείχθηκε η μικρότητα των Άγγλων.

Ο Στρατηγός Παπάγος ανεπίσημα έθεσε το θέμα ενώσεως της Κύπρου με την μητέρα Ελλάδα, κατά την διάρκεια της ανεπίσημης επίσκεψης του Ήντεν στην Αθήνα. Ο Άγγλος Υπ. Εξωτερικών τότε του απάντησε «Η Νέα Υόρκη διαθέτει επίσης ελληνικό πληθυσμό, συνεπώς γιατί η Ελλάδα δεν διεκδικεί την Ν. Υόρκη ως ελληνικό έδαφος;»

Ο Χάρολντ Μακμίλλαν ο οποίος διαδέχθηκε τον Ήντεν στο Υπουργείο Εξωτερικών και Αποικιών της Μεγάλης Βρετανίας, ακολούθησε την πολιτική του Ήντεν επι του Κυπριακού με την κατηγορηματική απόρριψη των αιτημάτων των Ελλήνων (Ελλαδιτών και Κυπρίων) περί αυτοδιαθέσεως – ενώσεως και ταυτόχρονη ενεργοποίηση δύο παραγόντων:

  • Της Τουρκίας της οποίας όφειλε να επιδιωχθεί η υποστήριξη
  • Ενός «νομιμόφρονος» ελληνοκυπριακού κόμματος το οποίο θα εμφανιζόταν για να υποστηρίξει τη συνέχεια της βρετανικής κυριαρχίας επι του νησιού.

Το 1960 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ, πρόθυμα υπόγραψαν τις εθνοπροδοτικές Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου οι οποίες ενταφίασαν επίσημα την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, και κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ναρκοθετημένη «Ανεξαρτησία» με ευρύτατα προνόμια υπέρ της τουρκοκυπριακής μειονότητας και ην επάνοδο της Τουρκίας ως Εγγυήτριας Δύναμης καθώς και του Τουρκικού Στρατού στην Κύπρο, για πρώτη φορά από το 1878!! Την ίδια στιγμή θα βρίσκονταν και «Έλληνες προοδευτικοί» στην Κύπρο, όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κύπρου ΑΚΕΛ, οι οποίοι θα μεταβάλλονταν σε φανατικούς πολέμιους της εθνικής αυτοδιαθέσεως και υποστηρικτές της ξενικής κατοχής. Όταν την 1η Απριλίου 1955 άρχιζε ο αγώνας των Κυπρίων αγωνιστών της ΕΟΚΑ υπέρ της Ενώσεως με την Μητέρα Ελλάδα όλοι οι Έλληνες στην Κύπρο, την Ελλάδα και σε ολόκληρο τον κόσμο βρίσκονταν στο πλευρό των μαχόμενων Ελλήνων της ΕΟΚΑ .

Όλοι πλην των Κομμουνιστών!

Το επίσημο ΚΚΕ , από την εξορία ΄όπου βρισκόταν μετά την τελική στρατιωτική ήττα και συντριβή των Κομμουνιστοσυμμοριτών στον Γράμμο καιστο Βίτσι, τον Αύγουστο του 1949, καταδίδει στους Βρετανούς, με δημόσιο διάγγελμα  μέσω του Ραδιοσταθμού του ΚΚΕ, εγκατεστημένου τότε στην κομμουνιστική Ρουμανία, που εκφωνήθηκε από τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα του Κόμματος Νίκο Ζαχαριάδη (που τόσα δεινά έφερε στην Ελλάδα, σε ολόκληρο τον Ελληνικό Λαό αλλά και στους ίδιους τους Κομμουνιστές) ότι ο Αρχηγός της ΕΟΚΑ, ο λεγόμενος Διγενής, είναι ο Αντισυνταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού Γεώργιος Γρίβας.

Κατά την πάγια τακτική χλευασμού και συκοφαντίας ο Ραδιοσταθμός του ΚΚΕ στις 26 Απριλίου 1955 αποκάλεσε τον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ ως «τυχοδιωκτισμό με πασχαλιάτικα βαρελότα»! Μερικές μέρες αργότερα στις 5 Μαΐου 1955, το υποκατάστατο του ΚΚΕ, η ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) αποκαλεί τους νεαρούς ανιδιοτελείς αγωνιστές της ΕΟΚΑ …»νταήδες με τυχοδιωκτικές ενέργειες»! και …»αεροβομβιστές»!  «που προβοκάρουν τον αγώνα του Κυπριακού λαού»! όπως δημοσίευσε η εφημερίδα «Αυγή» την ημέρα εκείνη.

Γιατί όμως οι κομμουνιστές έτρεφαν τόσο μίσος κατά των θαρραλέων εκείνων νέων Κύπριων παλληκαριών, που μόλις είχαν αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο ή ήταν ακόμα μαθητές (όπως ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης), οι οποίοι παράτησαν την θαλπωρή των σπιτιών και των γονιών τους και βγήκαν στα βουνά;

Οι λόγοι είναι γιατί η Κομμουνιστική Αριστερά διαρκώς, παντού και πάντοτε κτυπούσε και κτυπά κάθε κίνηση, κάθε πρωτοβουλία, κάθε διεργασία στην πολιτική, στην επικοινωνία, στους χώρους εργασίας, στην παιδεία, στον χώρο του πολιτισμού κλπ./ την οποία δεν έθεσε σε τροχιά η ίδια και δεν ελέγχει απολύτως η ίδια, έρχεται σε αντίθεση με την μαρξιστική θεωρία όπου η κατάκτηση με κάθε μέσο της εξουσίας στην κοινωνία, σε όλους τους χώρους, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας για την επιτυχία της τελικής εφόδου προς υφαρπαγή της κυβερνήσεως μιας χώρας.

Από την άλλη, η αντίληψη της Κομμουνιστικής Αριστεράς προς τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα,  ήταν ζήτημα αρχής το οποίον απέρρεε από τις θεμελιώδεις Καταστατικές αρχές του Μαρξισμού, από την ίδια την διεθνιστική ιδεολογία του, την αντίθεση πολεμική κατά της ιδέας του Έθνους και κατ΄ επέκταση του Εθνικισμού, την κατάργηση όλων των εθνών, συνόρων κλπ. στο όνομα του λεγόμενου Προλεταριακού Διεθνισμού κλπ.

Η Κομμουνιστική Αριστερά από τα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν οι Έλληνες της Κύπρου ζητούσαν την Ένωση με την Μητέρα Ελλάδα και οδηγήθηκαν τελικά στην εξέγερση του 1931 και στην πυρπόληση του Βρετανικού Αποικιακού Κυβερνείου, η Κομμουνιστική Αριστερά  έλαβε θέση κατά της Ενώσεως της Κύπρου με την Μητέρα-Ελλάδα. Η ηγεσία του Κ.Κ.Ε έγραφε στον «Ριζοσπάστη», το επίσημο κομματικό  έντυπο της 18ης Νοεμβρίου 1929 τα εξής: « Οι Κύπριοι πρέπει να αγωνισθούν κατά των ενωτικών, των ντόπιων Κυπρίων εκμεταλλευτών τους, που τους καταπιέζουν και τους ληστεύουν και που αγωνίζονται για την παράδοση τους ως υποχείριων στον ελληνικό ιμπεριαλισμό. Αγώνας ενάντια στην Ένωση, που είναι  ιμπεριαλιστικός ζυγός».

Η ικανοποίηση του ιερού αιτήματος της Ενώσεως της Κύπρου με την Μητέρα Ελλάδα όπως συνέβη με την Επτάνησο, την Κρήτη και την Δωδεκάνησο , θα ήταν ιμπεριαλιστικός ζυγός! Δηλαδή οι Επτανήσιοι, οι Κρητικοί, οι Δωδεκανήσιοι, που απελευθερώθηκαν από τον ξένο ζυγό, και έγιναν πολίτες της Ελλάδας, έγιναν έτσι … «υποχείρια στον Ελληνικό ιμπεριαλισμό»;

Η Κομμουνιστική Αριστερά επτά χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή  και την εκρίζωση ολόκληρου του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, του Ευξείνου Πόντου και της Ανατολικής Θράκης διακήρυσσε  ξεδιάντροπα ότι η Μικρασιατική Εκστρατεία ήταν πόλεμος του… «ελληνικού ιμπεριαλισμού» κατά του «τουρκικού λαού». Τόλμησε η Κομμουνιστική Αριστερά επτά χρόνια μετά την Καταστροφή της Σμύρνης και την εκκένωση της Ιωνίας  και της Ανατολικής Θράκης και των Ελληνορθοδόξων πληθυσμών της Καππαδοκίας και την σύναψη της Συνθήκης της Λοζάνης να μιλά ακόμα για «ελληνικό ιμπεριαλισμό»; Τον επόμενο χρόνο (1930) ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελ. Βενιζέλος αφού πήρε το πράσινο φως από τους Άγγλους, θα υπόγραφε εις βάρος της Ελλάδας και των Ελλήνων Μικρασιατών προσφύγων το Σύμφωνο Φιλίας με τον ομόλογο του, της Κεμαλικής Τουρκίας, Ισμέτ Ινονού. Και έβαλε έτσι την ταφόπετρα ο Βενιζέλος, στην Μεγάλη Ιδέα της επανόδου της Ελλάδας στην Ανατολή. Που βλέπουν λοιπόν οι κομμουνιστές τον «ελληνικό ιμπεριαλισμό»;

Τον Δεκέμβριο του 1934, δύο δεκαετίες πριν την έναρξη του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α κατά της Αγγλικής Αποικιοκρατίας, στην Απόφαση της Β΄ Ολομέλειας της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε εκτός από τον χαρακτηρισμό της ελληνικής εθνικής διεκδικήσεως επί της υπόδουλου Βόρειας Ηπείρου, ως…»ιμπεριαλιστικού αλυτρωτισμού», καταγράφονται και οι θέσεις των Κομμουνιστών τόσο ως προς το ζήτημα των Δωδεκανήσων, που τότε ήταν ακόμα υπό Ιταλική κατοχή, όσο και ως προς την αγγλοκρατούμενη Κύπρο.

Από το 1934 το Κ.Κ. Ε διακηρύσσει ότι η απελευθέρωση της Δωδεκανήσου και της Κύπρου αποτελούν «πραγματοποίηση εξωτερικών ιμπεριαλιστικών βλέψεων» (Πέντε χρόνια αγώνες 1931-1936, έκδοση της Κ.Ε του Κ.Κ.Ε, Αθήνα 1946, σελ. 250). Το Κ.Κ.Ε επέλεξε το 1936 να κάνει αναφορά για την Κύπρο, είναι γιατί το 1931 έγινε η πρώτη εξέγερση των Ελλήνων της Κύπρου και είχε τεθεί για πρώτη φορά, επι τάπητος το ζήτημα της Ενώσεως με την Μητέρα Ελλάδα, έστω και μόνον από τον Ελληνισμό της Κύπρου και παρά την αμείλικτη κατά της Ενώσεως στάση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ναι, του Ελευθερίου Βενιζέλου, διότι κάποια πράγματα πρέπει πλέον να αποκαλύπτονται για να ξέρει ο λαός και οι νεότερες γενιές ποιος ήταν ο κάθε Έλληνας Πρωθυπουργός και ποια η σχέση του με την Κύπρο. Ο ίδιος πιο παλιά έπραξε τα ίδια ως προς τα αιτήματα της Ενώσεως της Βορείου Ηπείρου και της Κρήτης με την Μητέρα Ελλάδα και είχε φανεί σφοδρός εχθρός της Ενώσεως της Κρήτης, από την αρχή μέχρι το τέλος και χρησιμοποίησε κάθε αθέμιτο μέσο για να την αποτρέψει.

Εικοσιένα χρόνια αργότερα, η Β΄ Ολομέλεια του ΑΚΕΛ, του Κομμουνιστικού κόμματος της Κύπρου,  κατά την σύνοδο της 13ης Ιανουαρίου 1955, έχοντας φαίνεται πληροφορίες ότι ετοιμάζεται έναρξη επαναστατική δράσεως και ότι παρατηρούνται ¨΄ύποπτες κινήσεις», προπαρασκευαστικές από πλευράς εξεχόντων Ελλήνων Κυπρίων του νησιού, θεωρούμενων όμως από τους κομμουνιστές ως «αντιδραστικών» οργάνων του «ελληνικού σωβινισμού», , ψήφισε  και ανακοίνωσε, σε προκήρυξη της προς τον Κυπριακό Λαό, η οποία δημοσιεύτηκε στην κομματική εφημερίδα «Νέος Δημοκράτης» της 15ης Ιανουαρίου 1955, πως κατακρίνει την «αντάρτική δράση» και «καλεί τον λαό να εντείνει στο έπακρον την επαγρύπνηση  και να φυλαχθεί από οποιασδήποτε μορφής τυχοδιωκτικές περιπέτειες…».

Και όταν την 1η Απριλίου αρχίζει ο αγώνας της ΕΟΚΑ ύπέρ της Ενώσεως με την Μητέρα Ελλάδα, η Κομμουνιστική Αριστερά τον αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας  ((Νέος Δημοκράτης, φύλλο της 6ης Απριλίου 1955). «Το ΑΚΕΛ και η ΠΕΟ πρόσφεραν μεγάλη υπηρεσία στον εθνικό αγώνα του Κυπριακού λαού. Η αποκήρυξη των δυναμιτικών εκρήξεων από το ΑΚΕΛ και την ΠΕΟ αφαιρεί από τα χέρια των ξένων Κυριάρχων μας το πρόσχημα για ένταση των καταπιεστικών μέτρων».

«Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να κρυβόμαστε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας για να ρίχνουμε δυναμίτες και άλλες εκρηκτικές ύλες. Με αυτό δεν κατορθώνουμε τίποτε άλλο παρά να οπλίζουμε το χέρι του ξένου κυριάρχου για να μας κτυπήσει πιο αποτελεσματικά. Αντίθετα, με τον ανοιχτό, ειρηνικό, παλλαϊκό, ενιαίο αγώνα, αφοπλίζουμε το χέρι του ξένου κυριάρχου από του να μας κτυπήσει και τον αναγκάζουμε σε υποχώρηση».

Μετά πάροδο ενός χρόνου, τον Μάρτιο του 1956, και ενώ ο Εθνικός Αγώνας έχει ενταθεί και αγκαλιάζεται με συγκίνηση και θέρμη από όλον τον Ελληνισμό στην Κύπρο και στην Ελλάδα, η κεντρική Επιτροπή του ΑΚΕΛ, με Απόφαση της κατήγγειλε τον ένοπλο αγώνα ¨ως λανθασμένη τακτική της τρομοκρατίας της ΕΟΚΑ…δίνει εις τους Άγγλους πατήματα… εξ αιτίας της ΕΟΚΑ υφίστανται τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως… εκείνοι που πιάσανε όπλο και κτύπησαν τον δυνάστη έφεραν καταστροφή στον τόπο».

Ο κάθε Έλληνας Κύπριος καταλαβαίνει με τα πιο πάνω γραφόμενα πόσο μεγάλη προδοσία έκανε το ΑΚΕΛ και οι Κύπριοι κομμουνιστές στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ, πως να τους συγχωρήσει κανείς. Δεν είμαστε πορωμένοι αντι-κομμουνιστές, ούτε πληρωνόμαστε από ξένες μυστικές υπηρεσίες και γράφουμε αυτά, αλλά για να λάμψει η αλήθεια και να μάθει ο τόσο προδομένος Κυπριακός λαός πως φτάσαμε μέχρι σήμερα σε αυτή την κατάσταση.

Διερωτάται κανείς πως ξαφνικά οι κομμουνιστές απεχθάνονταν τους δυναμίτες και τις εκρηκτικές ύλες, τις αντάρτικες ενέργειες μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, αλλά και την περίεργη αγάπη τους προς τον ανοικτό, ειρηνικό και παλλαϊκό αγώνα …και ακόμα πιο παράξενη η προσποιητή έγνοια τους για τις επιπτώσεις που θα έχουν στον ….λαό οι ανταρτικές ενέργειες, τα σαμποτάζ εις βάρος αγγλικών στρατιωτικών βάσεων και άλλων εγκαταστάσεων κλπ. καθώς, όπως αναφέρουν οι κομμουνιστές « εκείνοι που πιάσανε όπλο και κτύπησαν τον δυνάστη έφεραν καταστροφή στον τόπο»!

Αινείας

Πηγές:

Κ.Κ.Ε, Επίσημα Κείμενα, τόμος 1ος 1918-1924, Αθήνα «Σύγχρονη Εποχή 1974»

Ζαχαριάδη Ν.  , Τα προβλήματα της καθοδήγησης του Κ.Κ.Ε , Αθήνα «Πορεία», 1978

Η κομμουνιστική Αριστερά και τα Εθνικά ζητήματα, Άριστος Καμπάνης, Εστία 2023, και προσωπικές απόψεις του γράφοντος.

Σχολιάστε