Τα Ορλωφικά (1769 – 1774)

Ο Μεγάλος Πέτρος στον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1710-11, που είχε σαν στόχο την έξοδο της Ρωσίας στη Μαύρη θάλασσα και το Αιγαίο, υπολόγιζε σημαντικά στην ταυτόχρονη εξέγερση των οσποδάρων (ηγεμόνων) των παραδουνάβιων περιοχών και των χριστιανικών λαών της βαλκανικής. Μια τέτοια εξέγερση θα αποδυνάμωνε σημαντικά την οθωμανική αυτοκρατορία και θα εξασφάλιζε τη νίκη των Ρώσων που θα προχωρούσαν στη δημιουργία μιας άλλης πανίσχυρης πολυεθνικής αυτοκρατορίας, ανάλογης με τη βυζαντινή.

Οι βαλκάνιοι όμως δεν ήταν διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν πριν από το πρώτο αποφασιστικό ρωσικό χτύπημα στους Τούρκους και τον εγκατέλειψαν.

Τα ανεκπλήρωτα οράματα του Μεγάλου Πέτρου θέλησε να πραγματοποιήσει η Μεγάλη πλέον Αικατερίνη ΙΙ με τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1768-74, που είχε σαν κύριο στόχο του την προσάρτηση των βορείων παραλίων του Ευξείνου Πόντου στη Ρωσία και την ελεύθερη έξοδο του ρωσικού στόλου στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο.

Ο τότε εραστής της Αικατερίνης, Γρηγόριος Ορλώφ και τα αδέλφια του έγιναν παντοδύναμοι. Συμμαθητής και φίλος του Γρηγορίου Ορλώφ στη ρωσική στρατιωτική σχολή ήταν ο Έλληνας λοχαγός του ρωσικού στρατού, Γεώργιος Παπάζωλης από τη Σιάτιστα. Αυτός, έξυπνος άνθρωπος, κατάφερε να επηρεάσει την κατάσταση και γνωρίζοντας τον στόχο των Ρώσων και τις επιδιώξεις της Αικατερίνης, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Πήρε τριετή άδεια από τον Ορλώφ, όταν αυτός έγινε αρχηγός του πυροβολικού και έφυγε μαζί με άλλους μυστικούς πράκτορες από τη Ρωσία για να μελετήσουν την περίπτωση μιας εξέγερσης στα Βαλκάνια.

Ο Παπάζωλης πήγε στη Βενετία και αφού παρέλαβε και πώλησε το φορτίο που του έφεραν δυο ρωσικά πλοία, με το αντίτιμο αλλά και αρκετά ακόμα χρήματα, άρχισε να στέλνει πλούσια δώρα, για προσηλυτισμό στις ρωσικές ιδέες, σε μονές και ιερούς ναούς στην υπόδουλη Ελλάδα. Αγόραζε από τη Βενετία ιερά σκεύη, εικόνες, άμφια, σταυρούς, εξαπτέρυγα και τα έστελνε με τους πράκτορές του στην πατρίδα, ως δώρα της Αικατερίνης. Έτσι με τα «ιερά δώρα» έφθανε στην Ήπειρο, τη Στερεά και τον Μοριά το μυστικό μήνυμα της Αικατερίνης για εξέγερση. Στη Βενετία ο Παπάζωλης τύπωσε και ένα βιβλίο βοήθημα για τους Έλληνες που θα πολεμούσαν οργανωμένα εναντίον των Τούρκων:

«Διδασκαλία, ήγουν Ερμηνεία της πολεμικής τάξεως και τέχνης…»
Εδώ ο εξαθλιωμένος και σχεδόν αγράμματος Ρωμιός πεινούσε και ο Παπάζωλης του μιλούσε, μέσα από μεταφράσεις ρωσικών εγχειριδίων και στρατιωτικών κανονισμών, για πολεμική τάξη και τέχνη. Στη Βενετία αλλά και στην Τεργέστη που πήγε αργότερα, γνώρισε αρκετούς λόγιους Έλληνες αλλά και βαλκάνιους εμπόρους που τους χρησιμοποίησε στα σχέδιά του για την εξέγερση στην Ελλάδα. Έτσι, αφού είχε και τον κλήρο μαζί του, άρχισε τις επισκέψεις στις υποδουλωμένες περιοχές όπου με πύρινα λόγια αναπτέρωνε τις ελπίδες των ραγιάδων. Δάσκαλοι, αρματολοί, πρόκριτοι και πλήθος άλλων κατηχήθηκαν από τον Παπάζωλη στην Ήπειρο, την Αιτωλοακαρνανία, την Πελοπόννησο και κυρίως τη Μάνη που η συμμετοχή της κρινόταν απαραίτητη για οποιαδήποτε εξέγερση. Ο Παπάζωλης αλλά και ένας ακόμα Έλληνας απεσταλμένος των Ρώσων από την Πετρούπολη, ο Εμμανουήλ Σάρρος, δεν δίσταζαν να τονίζουν ότι η Αικατερίνη, που προστάτευε την Ορθοδοξία, με τη δύναμη που διέθετε θα απελευθέρωνε τους Έλληνες. Οι Μαυρομιχαλαίοι όμως, που ήταν τότε οι πιο ισχυροί αρχηγοί στη Μάνη, είχαν επιφυλάξεις για τα επαναστατικά κηρύγματα του Παπάζωλη και την πραγματική βοήθεια από τη Ρωσία αλλά και για τις στρατιωτικές αρετές των υποδούλων σε περιπτώσεις επιθετικού πολέμου.

Στην Καλαμάτα, ζούσε τότε ο πανίσχυρος πρόκριτος Παναγιώτης Μπενάκης, εγγονός του γνωστού Μανιάτη πειρατή Λυμπεράκη Γερακάρη, που από έρωτα και φιλοδοξία συνεργάστηκε παλιότερα με τους Τούρκους. Ο Μπενάκης έχοντας σοβαρότατη περιουσία, είχε κύρος και ήταν σεβαστός, από Τούρκους και Έλληνες, σε όλο τον Μοριά αλλά και στη Μάνη όπου υπήρχαν πολλοί συγγενείς του. Λέγεται μάλιστα ότι φιλοδοξούσε να γίνει κάποτε αρχηγός ενός ελεύθερου κράτους, με τη βοήθεια των ομόδοξων Ρώσων. Έτσι, όταν έφθασε κοντά του ο Παπάζωλης είχε εύκολο έργο. Στις μυστικές συνομιλίες του Μπενάκη με τον Παπάζωλη, ο σεβάσμιος προύχοντας του υποσχέθηκε ότι θα ξεσήκωνε μεγάλη δύναμη Ελλήνων, αν ερχόταν σημαντική βοήθεια από τους Ρώσους. Τότε ο Παπάζωλης για να επιτύχει την εξέγερση, με φλογερά λόγια τον διαβεβαίωσε ότι οι ρωσικές δυνάμεις θα ήταν αξιόλογες και θα βοηθούσαν αποφασιστικά.

Ακολούθησε μεγάλη μυστική συνέλευση προεστών, κληρικών αλλά και Μανιατών στον οχυρό πύργο του Μπενάκη στην Καλαμάτα η οποία κατέληξε σε γραπτό αίτημα για βοήθεια από τη Ρωσία. Σ’ αυτό μάλιστα εκφραζόταν η υπόσχεση για άμεση εξέγερση των Ελλήνων του Μοριά μόλις τα ρωσικά πλοία εμφανίζονταν στις ακτές του. Αφού πήρε και το γραπτό αίτημα αυτής της συνέλευσης στην Καλαμάτα, ο Παπάζωλης γύρισε στην Τεργέστη όπου συγκέντρωσε και τις εκθέσεις των πρακτόρων του από τις άλλες υπόδουλες περιοχές. Αυτές βέβαια περιείχαν ανακρίβειες και υπερεκτιμήσεις, όπως για παράδειγμα η έκθεση του Ουκρανού πράκτορα και περιηγητή, Βασιλείου Ταμάρα.

Σ’ αυτή την έκθεση αλλά και σε άλλες ανάλογες, υπήρχαν εξαιρετικές αλλά και παραπλανητικές λεπτομέρειες για τη δυναμικότητα των Ελλήνων και των Τούρκων καθώς και για την ένταση του επαναστατικού φρονήματος. Όμως σ’ αυτές τις αναφορές στηρίχθηκε η τελική απόφαση για την κάθοδο του ρωσικού στόλου στη Μεσόγειο. Έτσι, αφού ο ρωσο-τουρκικός πόλεμος είχε ξεκινήσει στις 30 Σεπτεμβρίου 1768 και μετά την υποτιθέμενη επαναστατική προετοιμασία που είχε γίνει στον ελληνικό χώρο και τις αναφορές των Ρώσων πρακτόρων, έπρεπε να αρχίσει και η τελική φάση της εξέγερσης στη Μεσσηνία και τα νησιά του Αιγαίου.

Μετά από ένα πλήθος αναφορών που έφθαναν στην Πετρούπολη από τους κατά τόπους πράκτορες, δυο αδελφοί του πανίσχυρου Γρηγορίου Ορλώφ, ο Αλέξιος και ο Θεόδωρος, στο τέλος του 1768 έφυγαν από τη Ρωσία με δήθεν αναρρωτική άδεια και πήγαν στη Βενετία με το ψευδώνυμο Οστρώφ. Εκεί συναντήθηκαν με τον Παπάζωλη, τον Ταμάρα και τους άλλους πράκτορές και ενημερώθηκαν για την επαναστατική ετοιμότητα στη βαλκανική. Αφού συγκέντρωσαν όλα τα στοιχεία και εξασφάλισαν και βοήθειες από ισχυρούς Έλληνες παράγοντες στη Βενετία, διεβίβασαν ευνοϊκή αναφορά στη ρωσική αυλή ενισχύοντας τα σχέδια της Αικατερίνης για αντιπερισπασμό στον εξελισσόμενο ρωσο-τουρκικό πόλεμο. Έτσι, με επίσημη γνωμοδότηση-απόφαση στις 29 Ιανουαρίου 1769, ο Αλέξιος Ορλώφ έγινε υπεύθυνος για όλο τον βαλκανικό χώρο αλλά και για την υποκίνηση εξέγερσης στη Μάνη και τα νησιά του Αιγαίου. Τότε οι Ρώσοι πράκτορες επέστρεψαν στις περιοχές τους με σαφείς διαταγές για την προετοιμασία του επαναστατικού κλίματος με την αναγγελία της άφιξης των Ορλώφ στη Βενετία.

Με αυτή την αφορμή επιβεβαίωναν και πάλι την υποστήριξη στον κλήρο με την αποστολή πάλι αμφίων και ιερών σκευών αλλά και στους προκρίτους με την απονομή ειδικά κομμένων χρυσών μεταλλίων με ανάγλυφη τη μορφή της Αικατερίνης. Τότε οι παραινέσεις των υποκινητών πρακτόρων στους προκρίτους και κυρίως στους Μανιάτες έγιναν επίμονες, ώστε αυτοί να ταξιδέψουν μαζί τους στη Βενετία και να συνομιλήσουν με τον απεσταλμένο της αυτοκράτειρας, Αλέξιο Ορλώφ. Στην επιστροφή τους μετά τη συνάντηση με τον ισχυρό Ρώσο αξιωματικό, φυσικά αυτοί θα έπειθαν και τους άλλους για το «πραγματικό» ενδιαφέρον της αυτοκράτειρας για τη βοήθεια της εξέγερσης τους. Η συστηματική βοήθεια της τσαρικής αυλής προς τον κλήρο είχε σαν αποτέλεσμα τη διασπορά χρησμών και λαϊκών προφητειών για επερχόμενη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και πλήρη ανασύσταση του «Βυζαντίου».

Αυτές οι δεισιδαιμονίες στήριζαν τις ελπίδες των υποδούλων για ξένη βοήθεια από τους ομοδόξους Ρώσους και ουσιαστικά λειτούργησαν ανασταλτικά στη δημιουργία πραγματικού επαναστατικού κινήματος. Επειδή μάλιστα τα κίνητρα αυτής της εξέγερσης ήλθαν από το εξωτερικό και δεν είχαν θεμελιωθεί στην ελληνική πραγματικότητα οδήγησαν τελικά σε παταγώδη αποτυχία.
Λόγω της επιμονής της Βενετίας αλλά και της Γένοβας για σαφή ουδετερότητα σ’ αυτή τη ρωσο-τουρκική διένεξη, οι αδελφοί Ορλώφ μετακινήθηκαν τελικά στο μεγάλο δουκάτο της Τοσκάνης, που έγινε και το στρατηγείο τους, μέχρι την κάθοδο του ρωσικού στόλου στον Μοριά. Εκεί, στο λιμάνι του Livorno, ξόδευαν τεράστια ποσά για τη στρατολόγηση πληρωμάτων και περίμεναν την άφιξη του ρωσικού στόλου. Στον σκλαβωμένο Μοριά ο Μπενάκης, οι Μαυρομιχαλαίοι, ο Ζαΐμης και άλλοι πρόκριτοι αλλά και κληρικοί, προετοίμαζαν την εξέγερση με συγκέντρωση ανδρών αλλά και τροφίμων και εφοδίων, κάτω από τη μύτη των Τούρκων που δεν είχαν καταλάβει ακόμα τίποτα για την επερχόμενη εξέγερση.

Βέβαια η κάθοδος του ρωσικού στόλου στη Μεσόγειο ήταν αποφασισμένη πολύ πριν από την επίσημη απόφαση για το διορισμό του Αλέξιου Ορλώφ σαν υπευθύνου για τα Βαλκάνια, στις 29 Ιανουαρίου 1769. Από το τέλος Ιουνίου 1769 ο προοριζόμενος για τη Μεσόγειο στόλος ήταν έτοιμος στα ναυπηγεία της Kronstadt και του Reval στη Βαλτική και του Arkhangelsk στη Λευκή θάλασσα, στα νοτιοδυτικά της θάλασσας Barents. Επειδή μάλιστα η διεθνής συγκυρία ήταν ευνοϊκή, λόγω της τότε αγγλο-ρωσικής φιλίας, η Αγγλία όχι μόνο επέτρεψε τη διέλευση και τον ανεφοδιασμό του ρωσικού στόλου στα αγγλικά λιμάνια αλλά έδωσε και την άδεια σε Άγγλους αξιωματικούς να υπηρετήσουν στον ρωσικό στόλο.

Ακόμα η αγγλική κυβέρνηση δήλωσε τότε στις κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ισπανίας ότι κάθε παρακώλυση στη διέλευση του ρωσικού στόλου από τα στενά της Μάγχης και του Γιβραλτάρ θα αντιμετωπιζόταν σαν εχθρική ενέργεια εναντίον της. Τελικός σταθμός των Ρώσων πριν από το λιμάνι του Livorno στην Τοσκάνη, όπου περίμεναν οι Ορλώφ, ήταν το λιμάνι της Minorca των Balearics (Βαλεαρίδων).

Ο προοριζόμενος για τη Μεσόγειο ρωσικός στόλος είχε χωριστεί σε τρεις μοίρες. Η πρώτη μοίρα υπό την ηγεσία του ναυάρχου Spyridof, είχε δεκατέσσερα πλοία και ουσιαστικά διοικητή της τον Άγγλο ναύαρχο Greyg, η δεύτερη είχε δέκα πλοία υπό τη διοίκηση του Σκωτσέζου αντιναυάρχου Elphinstone και η τρίτη με ανάλογη δύναμη είχε επικεφαλής το Δανό υποναύαρχο Harff. Στην πρώτη μοίρα, που είχε αποβατικό σώμα εξακοσίων ανδρών, συμμετείχε και ο Μυκονιάτης πλοίαρχος Αντώνιος Ψαρός, φίλος κι αυτός των Ορλώφ καθώς και άλλοι έμπειροι Έλληνες ναυτικοί που χρησιμοποιήθηκαν σαν πλοηγοί του ρωσικού στόλου κυρίως στις ελληνικές θάλασσες. Ο Ψαρός γνωρίζοντας καλύτερα την ελληνική πραγματικότητα συμβούλευσε να μεταφερθούν όσο το δυνατόν περισσότερες ρωσικές στολές για τους Έλληνες ατάκτους, αφού αυτοί μόνον έτσι ντυμένοι θα προκαλούσαν τον φόβο στους Τούρκους.

Η πρώτη μοίρα ξεκίνησε από την Kronstadt, το τέλος Ιουνίου 1769 και αφού πέρασε τη Βαλτική μέσα από θύελλες, έφθασε στην Αγγλία τον Οκτώβριο. Μετά από ανεφοδιασμό και επισκευές η μοίρα, με οκτώ μόνο από τα δεκατέσσερα αρχικά πλοία της, κατάφερε να φθάσει στη Minorca των Βαλεαρίδων τον Ιανουάριο του 1770, με μειωμένα και τα πληρώματα της, λόγω μιας επιδημίας που είχε εν τω μεταξύ ενσκήψει. Ακολούθησε η δεύτερη μοίρα υπό τον Elphinstone, που υποστήριζε την πρώτη και έφθασε στο Portsmouth της Αγγλίας τον Ιανουάριο του 1770 και στη συνέχεια τον Ιούνιο του 1770 ξεκίνησε και η τρίτη, υπό τον Harff, από την πόλη Arkhangelsk της θάλασσας Barents.

Ο Θεόδωρος Ορλώφ, που ανυπομονώντας πήγε για να περιμένει τη μοίρα στο λιμάνι της Minorca, απογοητεύτηκε από τις ελλείψεις της και αφού την ανεφοδίασε όσο ήταν δυνατό, την οδήγησε στο Livorno όπου τους περίμενε ο αδελφός του Αλέξιος. Ο ενθουσιώδης Θεόδωρος, παρακινούμενος και από μερικούς Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί και παρακολουθούσαν την κίνηση των Ρώσων από τη Μάλτα, ξεκίνησε με ένα πλοίο της μοίρας και δυο άλλα που αγοράστηκαν στο Livorno, για τον Μοριά.

Με πλοηγό του τον Αντώνιο Ψαρό, έφθασε στις 28 Φεβρουαρίου στο Οίτυλο (Βίτυλο) της Μάνης. Την επόμενη μέρα κατέπλευσε εκεί και η υπόλοιπη μοίρα υπό τους Spyridof και Greyg. Με την άφιξη όμως των Ρώσων στη Μάνη άρχισαν και οι πρώτες προστριβές. Αυτές οφείλονταν κυρίως στον υπεροπτικό και απότομο τρόπο που άρχισε να διατάζει τους Μανιάτες και κυρίως τους Μαυρομιχαλαίους, ο Θεόδωρος Ορλώφ. Οι Έλληνες ήταν επιφυλακτικοί και απογοητευμένοι από τη μικρή ρωσική δύναμη και τα ελάχιστα εφόδια που έφερνε για ένα τόσο μεγάλο εγχείρημα όπως η εξέγερση των σκλαβωμένων. Οι Ρώσοι τότε παραπλανώντας τους ισχυρίζονταν ότι τους ακολουθεί και άλλη μοίρα από εξήντα πλοία που φέρνει μαζί της και τον Αλέξιο Ορλώφ.

Παρά την απογοήτευση και χάρη στις φροντίδες αλλά και τις δαπάνες του Παναγιώτη Μπενάκη συγκεντρώθηκαν χίλιοι τετρακόσιοι άνδρες. Μετά από πρότασή του σχηματίστηκαν δυο ένοπλα σώματα, δυο «λεγεώνες». Η δυτική είχε διακόσιους Έλληνες κυρίως χωρικούς, δώδεκα Ρώσους στρατιώτες με τον συνταγματάρχη Dolgoroukof και τους Μανιάτες καπετάνιους Γεώργιο Μαυρομιχάλη και Κουμουνδούρο από την Αβία. Η ανατολική είχε δύναμη χίλιους διακόσιους Μοραΐτες, εικοσιένα Ρώσους στρατιώτες με επικεφαλής τον Ρώσο λοχαγό Barkof, τον Αντώνιο Ψαρό και τους Μανιάτες καπετάνιους Γρηγοράκηδες. Όλοι φόρεσαν ρωσικές στολές, εφοδιάστηκαν με ρωσικό οπλισμό και ορκίστηκαν πίστη στην αυτοκράτειρα Αικατερίνη. Ο Παναγιώτης Μπενάκης, έντονα απογοητευμένος από τις εξελίξεις, έμεινε στον πύργο του στην Καλαμάτα, περιμένοντας δήθεν τον Αλέξιο Ορλώφ και τον Παπάζωλη. Από πρωταγωνιστής και ηγέτης της εξέγερσης έγινε ένας απλός θεατής της.

Στις αρχές Μαρτίου οι επαναστατημένοι ξεχύθηκαν σε ανατολή και δύση σφάζοντας και λεηλατώντας τα τουρκικά χωριά. Ο Μπενάκης τους παρέδωσε εικονικά την Καλαμάτα και από εκεί η δυτική λεγεώνα κατέλαβε το Λεοντάρι και στις 21 Μαρτίου την Αρκαδιά (Κυπαρισσία) και την Ανδρούσα. Η πολυπληθής ανατολική λεγεώνα της Σπάρτης ξεκίνησε ταυτόχρονα και με τους άντρες της ντυμένους με ρωσικές στολές διέλυσε κάθε τουρκική αντίσταση και κατέλαβε τον Μυστρά στις 19 Μαρτίου. Με την εμφάνιση της ρωσικής μοίρας στα παράλια του Μοριά, ο Τούρκος βαλής έφυγε από την Τριπολιτσά και μετακόμισε στο Ναύπλιο, όπου περίμενε ενισχύσεις. Έτσι, ο τουρκικός στρατός που είχε έδρα του την Τριπολιτσά έμεινε ακυβέρνητος και ουσιαστικά θεατής της προέλασης των επαναστατημένων.

Όμως το ασίγαστο μίσος των εξεγερμένων για τους Τούρκους τους οδήγησε σε ωμότητες, ληστείες, βιαιοπραγίες και παρασπονδίες σε βάρος ακόμα και αμάχων. Αυτό βέβαια έγινε ιδιαίτερα επιβαρυντικό στη συνέχεια όταν οι Τούρκοι δεν δέχονταν συζήτηση για συνθηκολόγηση με τους Έλληνες. Ενώ λοιπόν όλα έδειχναν να ξεκινούν καλά και ο ενθουσιασμός άρχισε να φωλιάζει στις καρδιές των ραγιάδων, η κακή οργάνωση των πολεμικών επιχειρήσεων από τους Ρώσους και ο πολύτιμος χρόνος που σπαταλήθηκε σε μικρής σημασίας επιχειρήσεις, όπως για παράδειγμα η πολιορκία της Κορώνης, οδήγησαν στην καταστροφή. Τη στιγμή που ο αρχηγός της «ανατολικής λεγεώνας», ο Ρώσος λοχαγός Barkof, μετά από διαταγή του Θεόδωρου Ορλώφ, με τη βοήθεια δύο τηλεβόλων στις 6 Απριλίου, προσπαθούσε να καταλάβει την Τριπολιτσά, οι Τούρκοι είχαν καταφέρει να συγκεντρώσουν και να διοχετεύσουν στον Μοριά στίφη άγριων και πεινασμένων Αλβανών.

Έτσι, στις 9 Απριλίου, μετά από έξοδο ενός τμήματος πεζικού και ιππικού, από τη φρουρά των έξι χιλιάδων Τούρκων που είχαν εν τω μεταξύ ενισχυθεί με χίλιους ετοιμοπόλεμους Αλβανούς, διαλύθηκε η πολιορκία των δυνάμεων του Barkof. Οι Τούρκοι κινήθηκαν έξυπνα και αφού απέφυγαν την κατά μέτωπο σύγκρουση, έφθασαν στα Τρίκορφα όπου χτύπησαν αιφνιδιαστικά και διέλυσαν το στρατόπεδο τον πολιορκητών τους. Οι απειροπόλεμοι Έλληνες αποχωρούσαν τρέχοντας μπροστά στα εχθρικά στίφη. Περίπου τρεις χιλιάδες φτωχοί Έλληνες έπεσαν «έκπληκτοι» στα Τρίκορφα. Οι επικεφαλής αποχώρησαν.

Ο Barkof τραυματισμένος έφθασε στο Ναβαρίνο και ο Ψαρός στον Μυστρά. Οι Γρηγοράκηδες περίμεναν στη Μάνη. Σκηνές απογοήτευσης διαδραματίστηκαν σε όλο τον Μοριά. Η ρωσική βοήθεια ήταν ανύπαρκτη. Η Πάτρα, η Ηλεία, τα Καλάβρυτα, η Ζάτουνα, η Δημητσάνα ερήμωσαν κάτω από την ωμή βία των Αλβανών. Ολόκληρες περιοχές παραδόθηκαν στη φωτιά και έγιναν στάχτη. Οι Ρώσοι, με επικεφαλής τον αφρικανικής καταγωγής ταξίαρχο του ρωσικού πυροβολικού Αννίβα, στις 15 Απριλίου κατέλαβαν το Ναβαρίνο και έδωσαν μια υποψία αισιοδοξίας στους δοκιμαζόμενους ραγιάδες. Όμως στις 26 Απριλίου, δυο μέρες μετά την άφιξη εκεί και του απογοητευμένου από τη γενική εξέλιξη Αλέξιου Ορλώφ, εγκατέλειψαν την Κορώνη. Η άγρια σφαγή των κυνηγημένων Ελλήνων της Κορώνης ολοκληρώθηκε στο Μεσοχώρι. Οι Ρώσοι του Dolgoroukof μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια για κατάληψη της Μεθώνης, που άρχισε με σφοδρό κανονιοβολισμό στις 10 Μαΐου, μετά την κάθοδο των Αλβανών του Χατζή Οσμάν μπέη στο Μεσοχώρι και τον διαφαινόμενο αποκλεισμό τους, κατέφυγαν τελικά στις 28 Μαΐου στο τελευταίο καταφύγιό τους, στο Ναβαρίνο.

Από εκεί απέπλευσαν τελικά στις 6 Ιουνίου αχρηστεύοντας πρώτα το Νιόκαστρο, αφού ήδη είχε φθάσει στο Αιγαίο η δεύτερη μοίρα του Σκωτσέζου Elphinstone. Λέγεται μάλιστα ότι φεύγοντας οι Ρώσοι από το Νιόκαστρο παρακολουθούσαν απαθείς πάνω από τα καράβια τους το δράμα των ραγιάδων που εκτελούσαν ομαδικά στην προκυμαία οι άγριοι Αλβανοί του Χατζή Οσμάν μπέη. Οι Ρώσοι όμως πήραν μαζί τους φεύγοντας τους προύχοντες, τον επίσκοπο Τριφυλίας Ιωσήφ, τον Παναγιώτη Μπενάκη με την οικογένειά του και τους αρχιερείς Μεθώνης, Κορώνης και Καλαμάτας. Μετά τη φυγή τους κατευθύνθηκαν στα Κύθηρα, που τότε ήταν υπό βενετική κυριαρχία, και εκεί αποβιβάσθηκε η οικογένεια Μπενάκη. Η φυγή των Ρώσων είχε βέβαια άλλο στρατηγικό στόχο. Η ρωσική μοίρα συνέχισε στο Αιγαίο και κατάφερε σημαντικό πλήγμα στους Τούρκους, αφού κατάφερε να τους κτυπήσει μέσα στο άντρο τους, στο λιμάνι του Τσεσμέ στη Σμύρνη.

Αυτό το θεαματικό χτύπημα όμως δεν είχε καμιά αξία για τους υπόδουλους Έλληνες, αφού δεν είχε και την ανάλογη συνέχεια. Μετά τη φυγή των Ρώσων, οι μανιασμένοι Αλβανοί του Χατζή Οσμάν μπέη, σφάζοντας, καίγοντας και λεηλατώντας αδιάκριτα, κατάφεραν να καταπνίξουν για εννέα χρόνια, μέχρι το 1779, κάθε ελπίδα ή προσδοκία των ραγιάδων για καλύτερη ζωή. Ο τρόμος βασίλεψε στον Μοριά. Μεγαλύτερη καταστροφή από αυτή την περίοδο δύσκολα θα βρει κανείς μαζεμένη στην ελληνική ιστορία. Χιλιάδες οι νεκροί. Στα σκλαβοπάζαρα της βόρειας Αφρικής αλλά και της Τουρκίας κατέληξαν πάνω από είκοσι χιλιάδες ψυχές. Ξεθεμελίωμα σπιτιών και ναών, εξανδραποδισμοί, βιασμοί, ωμή βία από τα στίφη των ανεξέλεγκτων και φανατικών μουσουλμάνων Αλβανών:

…«Τα πάντα είχεν αφανίσει η Αλβανική πανώλης. Εκεί ένθα προ ολίγου υπήρχον πόλεις και κώμαι πολύανδροι και ευδαίμονες, ήδη έβλεπέ τις θανάτου ερήμωσιν, και πυριφλεγή ερείπια. Η Πελοπόννησος πάσα είχε σχεδόν απογυμνωθή κατοίκων. »…*
Η οχύρωση των Τούρκων στα Δαρδανέλια και η ατολμία των Ρώσων δεν τους επέτρεψε να περάσουν προς τη Μαύρη θάλασσα και να απειλήσουν πιο καίρια την Τουρκία στην καρδιά της. Μέχρι το τέλος του ρωσο-τουρκικού πολέμου το 1774, ο στόλος των Ρώσων παρέμεινε αραγμένος στη Νάουσα της Πάρου.
Για τα σχέδια και την εκτίμηση που είχε το διεθνές περιβάλλον για τους υπόδουλους, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η παράθεση αποσπασμάτων της αλληλογραφίας Βολταίρου και Αικατερίνης τον Σεπτέμβριο του 1770. Γράφει λοιπόν μεταξύ άλλων ο Βολταίρος στις 14 Σεπτεμβρίου:

…« οι ευχόμενοι τη Υμετέρα Μεγαλειότητι ονειροπολήσεις θα περιέλθωσιν εις δεινήν σύγχυσιν. Και δια τι εύχονται αυτή δυστυχήματα ενώ εκδικεί την Ευρώπην; Υπάρχουσι προφανώς άνθρωποι μη θέλοντες να λαλή τις ελληνιστί. Επειδή εάν η Υμ. Μεγ. ήτο αυτοκράτειρα της Κωνσταντινουπόλεως ταχέως θα ανίδρυεν ωραίαν ελληνικήν ακαδημίαν. Θα συνετάσσετο μία Αικατερινιάς. Άλλοι καλλιτέχναι, ως ο Ζεύξις και ο Απελλής θα εκάλυπτον την γην δια των υμετέρων εικόνων. Η πτώσις του οθωμανικού κράτους θα εξυμνείτο δια στίχων ελληνικών. Αι Αθήναι θα ήσαν μία των υμετέρων πρωτευουσών. Πάντοτε οι έμποροι του Αιγαίου θα ήτουν ελληνικά διαβατήρια. Η ελληνική γλώσσα θα απέβαινε γλώσσα καθολική »…*

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η απάντηση της Αικατερίνης στον Βολταίρο στις 28 Σεπτεμβρίου:

…« Οι Έλληνες, οι Σπαρτιάται, μεγάλως εξεφυλίσθησαν· αγαπώσιν την αρπαγήν μάλλον ή την ελευθερίαν. Δια παντός δε απολεσθήσονται εάν μη ωφεληθώσι των διαθέσεων και των συμβουλών του ήρωος τον οποίον έστειλα αυτοίς »…*

Το 1782, η Αικατερίνη μετανοιωμένη ή παίζοντας και πάλι κάποιο πολιτικό παιχνίδι γράφει στον Ιωσήφ ΙΙ, της Αυστρίας:

…« εάν αι επιτυχίαι ημών εν τω τουρκικώ πολέμω επιτρέψωσιν ημίν ν’ απαλλάξωμεν την Ευρώπην εκ του εχθρού του χριστιανικού ονόματος και να εκδιώξωμεν αυτόν εκ της Κωνσταντινουπόλεως, η Υ. Μ. δεν θα μοι αρνηθή την συνδρομήν Αυτής, προς ανίδρυσιν της αρχαίας γραικικής μοναρχίας επί των ερειπίων της βαρβάρου Οθωμανικής κυβερνήσεως, υπό τον ρητόν εκ μέρους μου όρον να διατηρήσω την μοναρχίαν ταύτην όλως ανεξάρτητον της εμής, αναβιβάζουσα επί του ανεγερθησομένου θρόνου τον νεώτατον των εγγονών μου, Μέγα Δούκα Κωνσταντίνον.»…*

Εντυπωσιακή για την ωμότητα και την ιδιοτέλειά της ήταν και η απάντηση του αυτοκράτορα Ιωσήφ στην Αικατερίνη ΙΙ, από τη Βιέννη στις 13 Νοεμβρίου 1782:

…« ότι αφορά τας εκ του τουρκικού πολέμου αμοιβαίας ωφελείας θα ομιλήσω υμίν μετά πάσης της εμπιστοσύνης και ειλικρινείας…
…Η Πελοπόννησος, η Κρήτη, η Κύπρος και αι λοιπαί νήσοι του Αρχιπελάγους δύνανται να παράσχωσι πλουσίαν αποζημίωσιν εις τους ενετούς δημοκράτας, οίτινες άλλως τε απέσπασαν ήδη εκ του κράτους μου, δια του δόλου ή επωφελούμενοι εκ στιγμιαίας αδυναμίας παν ότι κατέχουσιν…
…Των όρων τούτων γινομένων δεκτών, η αυτοκρατορία, ήν η Υ. Μ. προορίζει εις τον εγγονόν αυτής, έσται ουχ ήττον μεγάλη, πάσα δε διένεξις περί συνόρων και διανομής, αναπόφευκτος υπό άλλους όρους, θα παύση »…*

Στις 4 Ιανουαρίου 1783, από την Πετρούπολη, η Αικατερίνη ΙΙ του απαντά:

…« ότι αφορά τα περί της επεκτάσεως της Αυστρίας υμέτερα σχέδια, εν περιπτώσει επιτυχίας,…
…Άλλ’ είναι επάναγκες να μη περιορισθή, λίαν το γραικικόν κράτος προπάντων δε να μη αφαιρεθή παρ’ αυτού η Πελοπόννησος και το Αρχιπέλαγος. Βάσις της συνεννοήσεως ημών πρέπει να ήναι εν γένει η ισότης των αποκτήσεων »…*

Ρητοί όροι και φοβερό παρασκήνιο στην πλάτη του ραγιά που νόμιζε ότι θα είχε βοήθειες από το ξανθό γένος…

* Τα αποσπάσματα των επιστολών προέρχονται από:
«Κων/νου Ν. Σάθα: Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, Αθήνησι 1869», σελ. .524, 613, 615 [από την ‘Κλειώ’ (εφημερίδα της Τεργέστης, αριθ. 404)], 535, 536-537, 537-538 αντίστοιχα.

Ι.Μπίρης

Σχολιάστε