
Γράφει ὁ Ἀριστοτέλης στὰ «Φυσιογνωμικά» του:
«Κιναίδου σημεῖα ( =διακριτικὸ γνώρισμα τοῦ κιναίδου) ὄμμα ( =μάτι, θέα, θέαμα) κατακεκλασμένον ( =μαλθακόν, ἐκθηλυμένον), γονύκροτος ( =αὐτὸς ποὺ τὰ πόδια του ἐχουν κλίσιν καὶ ἀκουμπᾶ τὸ ἕνα γόνατον τὸ ἄλλον, παράγοντας κρότον· προφανῶς ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ κλίνουν τὰ πόδια τους οἱ κίναιδοι γιὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν σείσιν/κούνημα τῶν γλουτῶν τους). Ἐγκλίσεις τῆς κεφαλῆς ( =γέρνουν τὸ κεφάλι) εἰς τὰ δεξιά. Αἱ φοραὶ τῶν χειρῶν ὕπτιαι καὶ ἔκλυτοι ( =ἡ φορὰ τῶν χεριῶν τους εἶναι χαλαρή καὶ «ῥίχνεται» πρὸς τὰ πίσω· τὸ σπάσιμον τοῦ καρποῦ ἐν ὀλίγοις), καὶ βαδίσεις διτταί ( =βάδισμα ἀσαφές), ἡ μὲν περινεύοντος ( =κλίνω τὴν μία πρὸς τὰ δεξιὰ καὶ τὴν ἄλλην πρὸς τὰ ἀριστερά), ἡ δὲ κρατοῦντος τὴν ὀσφύν ( =τὴν μέση κρατοῦντος)… τὰ περὶ τὸ πρόσωπον διεξυσμένα ( =λεῖα, ὁμαλά)… βδελυροὶ καὶ ἀναιδεῖς… οἱ γονύκροτοι κίναιδοι… ὅσοι δὲ ταῖς φωναῖς ἀξείαις ( =ὀξείες) μαλακαῖς ( =ἁπαλές) κεκλασμέναις ( =σπασμένες, ἐξασθενημένες, ὄχι βροντερές) διαλέγονται ( =ὅσοι διαλέγονται), κίναιδοι», Φυσιογνωμικά, Ἀριστοτέλης.
Ἐπέλεξα ἐπίτηδες νὰ ἀναφερθῶ σὲ κιναιδεία στὸν τίτλον καὶ ὄχι στὴν λέξιν «ὁμοφυλοφιλία» ποὺ χρησιμοποιοῦμε σήμερα, καθῶς ἡ ὀνομασία ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΟΣ ( > ὅμοιος + φῦλον + φίλος) εἶναι παντελῶς ἄστοχη, ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ἀτόμων ποὺ ἕλκονται σεξουαλικῶς ἀπὸ τὸ ἴδιον φῦλον.
Κι αὐτὸ, διότι κατὰ κυριολεξίαν, ὁμοφυλόφιλος σημαίνει ὁ φίλος ἀτόμων ὁμοίου/τοῦ ἰδίου φύλου. Σὲ καμμία δηλαδὴ περίπτωσιν δὲν σημαίνει αὐτὸ ποὺ κάποιοι ἐννοοῦν σήμερα, καὶ ποὺ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ὠνόμαζον γενικῶς ΚΙΝΑΙΔΟΝ ( > κινῶ +αἰδώς =ντροπή. Κιναιδεία= ἀναισχυντία/ κίναιδος= ἀσελγής, ἀναίσχυντος, κιναιδολογῶ =χυδαιολογῶ, λεξ. Σουΐδα ).
Ἄλλες λέξεις ποὺ χρησιμοποιοῦσαν κατὰ τὰ ἀρχαῖα χρόνια γιὰ νὰ περιγράψουν τοὺς κιναίδους ἦταν:
ΕΥΡΥΠΡΩΚΤΟΣ [ κατὰ Ἀριστοφάνη (Νεφέλαι, 1090), > εὑρύς + πρωκτός, ὁ ἔχων εὑρὺ πρωκτόν]),
ΛΑΚΚΟΠΡΩΚΤΟΣ [ κατὰ Ἀριστοφάνη ( Νεφέλαι, 1330), > λάκκος + πρωκτός, ὁ ἔχων διευρυμένον, ὡς «λάκκον», πρωκτόν],
(ΛΑ)ΚΑΤΑΠΥΓΩΝ/ΚΑΤΑΠΥΓΟΣ [ > ( λα =πάρα πολύ + ) κατά + πυγή ( = ὁ πρωκτὸς μαζὶ μὲ τοὺς γλουτούς, τὰ πισινά), ὁ παραδιδόμενος εἰς παρὰ φύσιν, σαρκικὰς ἡδονὰς, ἀχρεῖος, αἰσχρός, λεξ. LIDDELL-SCOTT],
ΚΑΤΑΠΡΩΚΤΟΣ ( > κατά + πρωκτός, τὰ τέσσερα τελευταῖα ἐχρησιμοποιοῦντο γιὰ τοὺς παθητικοὺς κιναίδους),
ΑΡΣΕΝΟΚΟΙΤΗΣ/ΑΡΡΕΝΟΚΟΙΤΗΣ [> ἄρσην/ἄρρην ( =ἀρσενικός) + κοίτη ( = τὸ κρεββάτι), =ὁ ἀσελγής, ἀκόλαστος, ὁ ἐνεργητικὸς κίναιδος)],
ΑΝΔΡΟΒΑΤΗΣ ( > ἀνήρ + βαίνω, ὁ ἐνεργητικὸς κίναιδος),
ΘΗΛΥΔΡΙΑΣ ( θήλυς + ὑποκορ. κατάλ. -δριον) καὶ ΓΥΝΝΙΣ/ ΓΥΝΑΙΚΙΑΣ,
ΠΟΡΝΟΣ [ > πέρνημι =πουλῶ, ὁ προσφέρων το σῶμα του γιὰ σαρκικὴν ἀπόλαυσιν ἔναντι χρηματικῆς ἀμοιβῆς, ὁ ἐνεργητικὸς ΠΟΥΣΤΗΣ ( τουρκ. puşt > ἑλλ. βυστός > βύω =γεμίζω, φράττω ἤ ἐκ τοῦ πυγιστής). Κατ’ ἄλλους, ἐκ τοῦ «ποῦ στῇ;», δηλαδή «ποῦ στέκεται;» (πρὸς ἁλίευσιν ἐπιβητόρων, ἡ πιάτσα ποὺ λέμε σήμερα)],
ΕΜΠΕΠΑΡΩΝΗΜΕΝΟΣ ( ἐν + παρά + ωνοῦμαι =ἀγοράζω, ὅ, τι καὶ ὁ πόρνος, ὁ ἐπὶ πληρωμῇ, ὁ ἐκδιδόμενος),
ΠΑΛΙΜΠΡΑΤΟΣ [> πάλιν + πιπράσκω ( =πωλῶ), ὁ ἀχρεῖος πόρνος καὶ γενικῶς ὁ,τιδήποτε πωλεῖται λόγω ἀχρειότητος],
ΕΚΠΕΠΟΡΝΕΥΜΕΝΟΣ ( > ἐκπορνεύομαι, ὁ ἐμπεπαρωνημένος),
ΗΜΑΡΤΗΚΩΣ ( > ἁμαρτάνω),
ΚΑΘΥΒΡΙΣΜΕΝΟΣ ( > κατά + ὕβρις),
ΗΤΑΙΡΗΚΩΣ ( > ἑταιρίζω =εἶμαι φίλος/σύντροφος κάποιου, εὐγενικὴ προσφώνησις, καθῶς ὑπονοεῖται ἡ διαστροφή),
ΛΕΛΥΓΙΣΜΕΝΟΣ ( > λυγίζω, γέρνω),
ΕΠΙΡΡΗΤΟΣ ( > ἐπί + λέγω, μελ. ἐρῶ, ὁ ἐπαίσχυντος),
ΕΠΟΝΕΙΔΙΣΤΟΣ [ > ἐπί + ὄνειδος ( =ντροπή)],
ΒΑΔΑΣ/ ΒΑΤΑΛΟΣ ( > βατέω > βαίνω),
ΠΥΓΑΛΓΙΑΣ ( > πυγή + ἄλγος, αὐτὸς ποὺ ἔχει πόνους στὰ ὀπίσθια),
ΠΥΝΝΟΣ ( =ὁ πρωκτός, βλ. μπινές),
ΣΑΥΛΟΣ/ ΣΑΥΛΟΠΡΩΚΤΟΣ ( > σαῦλος ( > σεύω =ὁρμῶ + ῥέω) + πρωκτός, ὁ «κουνιστός»),
ΔΙΕΡΡΥΗΚΩΣ ( > διαρρέω, δὲν ἔχω στεγανότητα),
ΕΞΗΚΕΣΤΟΣ ( > ἐκ + ἤκεστος > κεντῶ, ὁ «κεντημένος» ) κ.ἄ, γιὰ νὰ περιγράψουν τὸν συνάπτοντα σεξουαλικὴ σχέσιν μὲ ἄτομον τοῦ ἰδίου φύλου.
Ὅπως ἐπίσης ἄστοχη νὰ περιγράψει τὴν σεξουαλικὴ συμπεριφορὰ τῶν ἄνωθεν ἀτόμων εἶναι καὶ ἡ φράσις ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ ΦΥΛΟΥ ( > ἴδιος, ἡ ἰδιότης τοῦ ἰδιαιτέρου, τὸ νὰ ἔχεις χαρακτηριστικὰ ποὺ δὲν τὰ ἔχουν οἱ ἄλλοι, LIDDELL-SCOTT/ φῦλον > φύω), καθῶς στὴν συντριπτική τους πλειονότητα οἱ ἔκφυλοι (ἐξηγεῖται παρακάτω τὸ ἔτυμον), φέρουν εἴτε θηλυκή, εἴτε ἀρσενικὴ φύσιν (ἀσχέτως τοῦ πῶς ἐπιλέγουν νὰ χρησιμοποιοῦν τὸ ὄργανόν τους) -τουτ’ἔστιν δὲν διαφέρουν ἀπὸ τὰ δύο (2) φῦλα ποὺ γέννησε ἡ φύσις.
Τώρα ἄν ἡ ἰδιαιτερότητά τους σχετίζεται μὲ τὶς προτιμήσεις τους, πέραν τοῦ ὅτι ὑπάρχει πιὸ εὔστοχη λέξις νὰ τοὺς χαρακτηρίσει (ἀναλύεται παρακάτω), θὰ πρέπει νὰ εἶναι σὲ θέσιν νὰ κατανοήσουν πὼς δὲν γίνεται νὰ ἀπαιτοῦν τὴν μὴ διαφορετικὴ κοινωνικὴ ἀντιμετώπισίν τους ἀπὸ τοὺς κοινούς, «μὴ ἰδιαιτέρους», ἀλλὰ καὶ τὴν μὴ διαφορετικὴ βιολογικὴ ἀντιμετώπισίν τους ἀπὸ την ἴδια τὴν φύσιν, διότι μία ἰδιαιτέρα κατάστασις φύσει/θέσει καὶ ἀνέκαθεν χρειάζεται διαφορετικὸν χειρισμόν, εἰ δὲ μὴ παύει νὰ εἶναι ἰδιαιτέρα!
Ἱδανικῶς ἄν πρέπει νὰ περιγράψουμε μὲ μία λέξιν, τὴν συμπεριφορὰ τῶν παρὰ φύσιν (κατὰ τὸν Πλάτωνα*) ἡδονιζομένων ἀτόμων, θὰ ταίριαζε ἡ λέξις, ΕΚΦΥΛΙΣΜΟΣ [ > ἔκ + φῦλον ( > φύσις > φύω =γεννῶ), σύγχρ. ἀπόδ. =ἡ ἁλλοίωσις τῆς φύσεως κάποιου, ἡ παραφθορά, ἡ ἐξαχρείωσις (λεξ. LIDDELL- SCOTT), διότι ἡ ἰδιαιτερότητα τῶν προτιμησεῶν τους δὲν συνάδει μὲ τὴν φύσιν τους].
*Γράφει ὁ Πλάτων στοὺς Νόμους του: «ἐννοητέον ὅτι τῇ θηλείᾳ καὶ τῇ τῶν ἀρρένων φύσει εἰς κοινωνίαν ἰούσῃ τῆς γεννήσεως ἡ περὶ ταῦτα ἡδονὴ κατὰ φύσιν ἀποδεδόσθαι δοκεῖ, ἀρρένων δὲ πρὸς ἄρρενας ἢ θηλειῶν πρὸς θηλείας παρὰ φύσιν», Νόμοι, 636c
( =ἐννοεῖται ὅτι ἡ φύσις ὁδηγεῖ τὰ θηλυκὰ νὰ εἶναι σὲ ἐπαφὴ μὲ τὰ ἀρσενικά ἀπὸ τὴν γέννησίν τους καὶ ἡ ἡδονὴ σὲ αὐτὰ εἶναι φανερὸν πὼς ἔχει δοθεῖ σύμφωνα μὲ τὴν φύσιν· τὼν ἀρσενικῶν μὲ τὰ ἀρσενικά -ἡ ἐπαφή- καὶ τῶν θηλυκῶν μὲ τὰ θηλυκά -εἶναι-παρὰ φύσιν).
Καὶ οἱ ἴδιοι ἄλλωστε οἱ κίναιδοι καὶ οἱ κιναιδοδολάγνοι τὸ γιγνώσκουν κατὰ βάθος αὐτὸ, καθῶς ἀνατομικῶς ἡ φύσις ἔχει προικίσει καταλλήλως τὸ ἀρσενικὸν νὰ πληροῖ τὸ θηλυκόν καὶ τούμπαλιν, σὰν πάζλ θὰ λέγαμε, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἔχοντες τὸ ἴδιον φῦλον δὲν μποροῦν νὰ συνευρεθοῦν σεξουαλικῶς διὰ τῆς χρήσεως τῶν γεννητικῶν τους ὀργάνων, παρὰ διὰ τῆς μιμήσεως τοῦ φυσικοῦ προτύπου «ἀνήρ-γυνή». Γι’αὐτὸ καὶ μεταξὺ κιναίδων δὲν μπορεῖ νὰ τελεστεῖ «ΣΥΝΟΥΣΙΑ» ( > σύν +εἰμί, τὸ νὰ γίνεις ἕνα μὲ τὸν ἄλλον), παρὰ μόνον πρωκτοβασία/ τριβαδισμὸς ἤ στὴν καλλίτερη ψευδοσυνουσία.
Κι αὐτὸ, διότι φύσει τὰ εἴδη πασχίζουν γιὰ τὴν διαιώνισίν τους καὶ γι’αὐτὸ καὶ ἡ φύσις συνέδεσε τὴν ἱκανοποίησιν αὐτῆς τῆς ἀνάγκης μὲ τὴν ἡδονή καὶ φρόντισε γιὰ τὴν ἕλξιν τῶν 2 φύλων. Κάτι ποὺ ἀκόμη καὶ στὴν σύγχρονη, ἀποσαθρωμένη καὶ πλήρως ἐκφαυλισμένη κοινωνία μας, φαίνεται νὰ ἰσχύει ἔστω καὶ ὑποσυνείδητα κατὰ τὴν ἐπιλογὴ συντρόφου (π.χ. ἄνδρες ποὺ θὰ μπορέσουν νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐπιβίωσιν τοῦ οἴκου τους ὑπερισχύουν ἐκείνων ποὺ ὁμοιάζουν ἀδύναμοι, ὡς κατάλληλοι σύζυγοι, ὅπως οἱ γυναίκες ποὺ τὰ σώματά τους δεικνύουν πὼς εἶναι κατάλληλα νὰ κυοφορήσουν, νὰ γεννήσουν καὶ νὰ θηλάσουν/θρέψουν τὰ τέκνα τοῦ οἴκου, προτιμῶνται ἀπὸ τοὺς ἄνδρες).
Ὑπὸ τὴν λογικὴ τῆς διαιωνίσεως λοιπὸν, ἀκόμα κι ἄν τὴν ἐκχυδαΐσαμε καὶ τὴν ἐμπορευματοποιήσαμε, ἡ φύσις δὲν ἐπιτρέπει τὴν διαιώνισιν τῶν παρὰ φύσιν συμπεριφερομένων.
Γι’αὐτὸ καὶ στὰ λεξικά ἡ ὁμοφυλοφιλία χαρακτηρίζεται ὡς «γενετήσια ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ» [ λεξ. Δημητράκου, λῆμμα ὁμοφυλοφιλία, > διά +στρέφω (ἀρχ. =παραφροσύνη, ν.ἑ. =ἐξαθλίωσις, διαφθορά, παραμόρφωσις, ἀνωμαλία, παρεκτροπὴ ἀπὸ τὸ φυσιολογικόν, LIDDELL- SCOTT)] ἤ ΑΠΟΚΛΙΣΙΣ [ > ἀπό + κλίνω ( = κατάπτωσις, παρέκκλισις, λεξ. LIDDELL- SCOTT)], ὡς ἀποκλίνουσα τοῦ φυσιολογικοῦ.
Οἱ Δυτικοὶ τὸ φῦλον τὸ ὠνόμασαν ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ λέξιν ΕΞΙΣ ( =κατάστασις ψυχῆς καὶ σώματος, ἡ κατὰ φύσιν ἑκάστου ἐνέργεια καὶ ὁλοκληρία, οἷον ἐπὶ μὲν ψυχῆς αἱ ἀρεταί, ἐπὶ δὲ σώματος τὸ ἐντελές τῶν μελῶν καὶ ἀνάλογον καὶ ὑγεία (βλ. παρακάτω ΕΥΕΞΙΑ/ΚΑΧΕΞΙΑ)… διαφέρει δὲ ἕξις διαθέσεως· ἡ μὲν ΔΥΣΜΕΤΑΘΕΤΟΣ ἐστίν, ἡ δὲ διάθεσις ΕΥΜΕΤΑΒΛΗΤΟΣ…διαιρεῖται μὲν ἕξις εἰς ἀρετὴν καὶ κακίαν, > ἔχω. Λεξικὸν Σουΐδα) καὶ τὸ ὠνόμασαν sexus ( =τὸ φῦλον, μὲ τροπὴ τῆς δασεῖας σὲ -s) καὶ ἀπὸ αὐτὸ γεννήθηκαν τὰ sex(e), sexuality, sexuel κοκ, τὰ ὁποῖα πέρασαν σὲ ἑμᾶς ὡς σέξ (ἡ πρᾶξις κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας ἱκανοποιεῖται ἡ γενετήσια ὁρμή), ἡ σεξουαλικότητα, ὁ σεξουαλικὸς κλπ καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένα μὲ τὸ λατ. secus ( =γένος) ἐκ τοῦ ἑλλ. ΤΕΚΟΣ ( > τίκτω=γεννῶ)].
Προφανῶς διότι παρατηροῦσαν ὅτι οἱ ἕξεις διαφέρουν ἀπὸ τὸ ἕνα φῦλον στὸ ἄλλον, γι’αὐτὸ καὶ ἀνεφέροντο σὲ ἕξιν ἀρσενικὴ καὶ ἕξιν θηλυκή ( «ἔτι καὶ ἰδιαιτέρου μέρους τοῦ σώματος, ἕξις λεπτὴ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος, Ἱπποκράτης, Ἀφορισμοί).
Ἀπὸ τὴν ἕξιν προέρχεται καὶ ἡ ΕΥΕΞΙΑ ( > εὖ + ἕξις, καλὴ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ κατάστασις), ἀλλὰ καὶ ἡ ΚΑΧΕΞΙΑ ( > κακός + ἕξις, τὸ ἀντίθετον τῆς εὐεξίας), ἀπορρέουσες ἀπὸ τὴν συνέργεια ψυχῆς καὶ σώματος, ὡς ἡ σχέσις ἤθους/ἔθους κατὰ τὴν ἀριστοτελικὴ θεώρησιν περὶ ἀρετῆς.
Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΚΙΝΑΙΔΩΝ ΚΑΙ ΠΑΙΔΟΛΑΓΝΩΝ, Η ΚΑΤΑΡΡΙΨΙΣ ΤΩΝ ΨΕΥΔΩΝ ΠΩΣ Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΗΤΑΝ ΕΥΡΥΠΡΩΚΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΟΥ-ΕΡΩΜΕΝΟΥ
Ἤδη εἴδαμε ἕνα μικρὸ ἀπόσπασμα περὶ τῆς ἀπόψεως τοῦ Πλάτωνος γιὰ τὴν κιναιδεία στὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου. Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία βρίθει τέτοιων ἀναφορῶν, ποὺ δὲν ἀφήνουν περιθώριον παρεξηγήσεων.
Ὅμως, οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες δὲν ἔμειναν μόνον στὸν λεκτικὸν στιγματισμὸν τῶν ἐκφυλιστικῶν συμπεριφορῶν, ἀλλὰ φρόντισαν καὶ γιὰ τὶς νομικὲς ἐκτάσεις αὐτοῦ τοῦ φαινομένου. Ἔτσι ὑπῆρχαν σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα θεσπισμένοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὡς πρωτεύοντα στόχον νὰ ἐξαλείψουν τὴν ἄκρατη ἐλευθερία τῶν ἀνεξελέγκτων λακκοπρώκτων.
Διότι ἡ ἀδιαφορία γιὰ μία κατάστασιν, ὅσο κακῆς ποιότητος κι ἄν εἶναι, ἄν δὲν ὁριοθετηθεῖ καὶ ἐπισήμως -τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ στὸν κοινὸν βίον, τὸν δημόσιον, τῶν μελῶν ποὺ συγκροτοῦν μία κοινωνία- , δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ γίνει μία κακὴ συνήθεια.
Καὶ οἱ νοῦν ἔχοντες κατανοοῦν καὶ ἀντιλαμβάνονται πὼς διὰ τῆς συνηθείας, ὅσον σοκαριστικὰ ἐκμαυλιστικὴ κι ἄν εἶναι γιὰ τὸ ἄτομον καὶ τὸ σύνολον, μπορεῖ κάποιος νὰ καταστρέψει καὶ μάλιστα συναινετικῶς καὶ τὸ πιὸ συντηρητικὸν ἄτομον!
Ὅπως ξέρουμε πολὺ καλὰ πὼς οἱ πρόγονοί μας δὲν ἄφηναν τὴν κοινωνία τους ἕρμαιον τῆς τύχης, οὔτε ἀδιαφοροῦσαν γιὰ τὸ πῶς θὰ γίνει ἰδανική (ἔγραφαν καὶ συνδιελέγοντο χρόνια ὁλόκληρα γιὰ τὴν ἰδανικὴ πολιτεία).
Μέγα ἐνδιαφέρον ἔχουν τὰ ὅσα μποροῦμε νὰ ἐξάγουμε γιὰ τὴν νομοθεσία τῶν Ἀθηνῶν περὶ κιναιδείας, ἀπὸ τὸ σύγγραμμα τοῦ Αἰσχίνου «Κατὰ Τιμάρχου». Πρὶν ὅμως εἰσαχθῶ στοὺς σχετικοὺς νόμους, ἔχει ἐνδιαφέρον ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον ἔχουμε σήμερα στὰ χέρια μας αὐτὸ τὸ ἀριστούργημα. Μᾶς παρέχει ἀκόμα μία πληροφορία γιὰ τὸ πόσο ἐπονείδιστον καὶ καταδικαστέον ἐθεωρεῖτο τότε νὰ εἶναι κάποιος ἐξήκεστος.
Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον -καὶ- ἡ Ἀθῆνα εἶχε χωριστεῖ στὰ δύο. Σὲ αὐτοὺς ποὺ ἔβλεπαν στὸν Μακεδόνα βασιλέα Φίλιππον, τὸ πρόσωπον ποὺ θὰ ἐνώσει τοὺς Ἕλληνες κατὰ τῶν βαρβάρων (φιλομακεδονικοί) καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ ἔβλεπαν ἕναν ἀκόμα κατακτητὴ (ἀντιμακεδονικοί). Ὁ Αἰσχίνης στὴν ἀρχὴ ἦταν ἀντιμακεδονικός, ἔπειτα ὅμως ἄλλαξε γνώμη καὶ κατέληξε ἀπὸ τοὺς ἐνθέρμους ὑποστηρικτὲς τῶν φιλομακεδονικῶν. Μάλιστα μετὰ ἀπὸ χρόνια πολεμικῶν ἐνεργειῶν καὶ ἐφόσον ὁ Φίλιππος εἶχε ἰσοπεδώσει τὴν συμμαχία τῶν τότε ἰσχυροτέρων πολεμικῶς ὐπολοίπων Ἑλλήνων, ὁ Αἰσχίνης πηγαίνει μὲ πρεσβεία, τὸ 346 π.Χ στὸν Φίλιππον, γιὰ νὰ ὑπογράψουν τὴν γνωστὴ ὡς «Φιλοκράτειον εἰρήνη». Ἡ συνθήκη αὐτή, κατὰ τὴν ὁποία κατήργετο οὐσιαστικῶς ἡ Β’ ἀθηναϊκὴ συμμαχία καὶ ἔδινε καὶ ἐπισήμως προβάδισμα στὸν Φίλιππον, μόνο θετικὴ ἐξέλιξις δὲν ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τοὺς ἤδη ἀντιμακεδονικούς.
Ἔτσι λοιπὸν οἱ ἀντιμακεδονικοὶ κατηγοροῦν τὸν Αἰσχίνη γιὰ δωροδοκία (παραπρεσβεία), πράξιν ποινικῶς κολάσιμη καὶ μάλιστα ὑπερβολικῶς βαρεῖα κατηγορία. Ὁ κατήγορος εἶναι ὁ Τίμαρχος. Ὁ Αἰσχίνης, δὲν χάνει χρόνον καὶ ἑτοιμάζει τῆν γραμμὴ ὑπερασπίσεώς του. Δὲν ξέρουμε ἄν τελικῶς δωροδοκήθηκε, ἀλλὰ τὸ σίγουρον εἶναι πὼς στηρίζει τὴν ὑπεράσπισίν του στὸ νόμον τοῦ Σόλωνος, ποὺ ἔγραφε πὼς ὁποιουδήποτε ἡ διαγωγὴ εἶναι ἐπιλήψιμος, ΣΤΕΡΕΙΤΟ ΠΛΗΡΩΣ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ, ΗΤΟΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
( «οἱ μὲν γὰρ νόμοι προεῖπον αὐτῷ αἰσχρῶς βεβιωκότι μὴ δημηγορεῖν/ τοὺς αἰσχρῶς βεβιωκότας· τούτους οὐκ ἐᾷ δημηγορεῖν», Κατὰ Τιμάρχου, 3/27).
Ἐν ὀλίγοις στοὺς διάγοντας ΑΙΣΧΡΟΝ ΒΙΟΝ ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΝΑ ΔΗΜΗΓΟΡΟΥΝ! Ἄρα κάποιος ποὺ δὲν ἔχει πολιτικὰ δικαιώματα, ἀκόμα κι ἄν μηνύσει κάποιον, ἡ μήνυσίς του θεωρεῖται ἄκυρη!
Ἔτσι κατηγορεῖ τὸν Τίμαρχον γιὰ κιναιδεία («περὶ τῆς ἑταιρήσεως») καὶ τελικῶς -γιὰ τὴν ἱστορία- ἐπιτυγχάνει τὸν στόχον του καὶ κερδίζει τὴν δίκην (σύμφωνα μὲ ἄλλες πηγὲς ὁ Τίμαρχος γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸν δημόσιον ἐξευτελισμὸν καὶ τὴν ποινὴ περὶ ἑταιρήσεως, αὐτοκτόνησε δι’ ἀπαγχονισμοῦ προτοῦ ἐκδοθεῖ ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις)!
Τὸ συμπέρασμα ποὺ ἐξάγουμε ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ συγγράμματος εἶναι πὼς ΟΙ ΚΙΝΑΙΔΟΙ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΙΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ ΗΤΑΝ ΕΠΙΜΕΜΠΤΟΙ ΚΑΙ ΕΣΤΕΡΟΥΝΤΟ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ!
Τώρα σχετικῶς μὲ τοὺς νόμους ποὺ ἴσχυαν στῆν Ἀθῆνα γιὰ τοὺς ἡταιρηκότας, ἀλλὰ καὶ πρὸς προστασίαν τῶν παίδων ἀπὸ τὶς ἔκφυλες διαθέσεις μερικῶν, στὸ «Κατὰ Τιμάρχου», ἀναφέρονται οἱ ἑξῆς (σὲ σύγχρονη ἀπόδοσιν) :
1. «Οἱ δάσκαλοι νὰ μὴν ἀνοίγουν τὰ διδασκαλεῖα πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου καὶ νὰ τὰ κλείνουν πρὶν ἀπὸ τὴν δύσιν. Δὲν ἐπιτρέπεται σὲ ὅποιον εἶναι ἡλικιακῶς ἄνω τῆς παιδικῆς ἡλικίας ( >12) νὰ εἰσέρχεται ἐντὸς τοῦ διδασκαλείου, ἐνῶ βρίσκονται ἐντὸς τὰ παιδιά, ἐκτὸς ἄν πρόκειται γιὰ τὸν υἰόν, τὸν ἀδελφὸν ἤ τὸν γαμπρὸν (σύζυγος τῆς κόρης) τοῦ διδασκάλου. ΕΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΑΡ’ΑΥΤΑ ΕΙΣΕΛΘΕΙ, ΤΙΜΩΡΕΙΤΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ.
Οἱ γυμνασιάρχαι, κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἑορτῶν τοῦ Ἑρμοῦ, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μὴν ἀφήνουν κανέναν ἡλικιωμένον νὰ κάθεται μαζὶ μὲ τὰ παιδιά. Ὁ γυμναστὴς ποὺ ἐπιτρέπει κάτι τέτοιο καὶ δὲν διώχνει ἀπὸ τὸ γυμναστήριον τὸν παραβάτη, εἶναι ἔνοχος ἀπέναντι στὸν νόμον, περὶ διαφθορᾶς τῶν ἐλευθέρων παῖδων. Οἱ καθιστάμενοι ἀπὸ τὸν Δῆμον χορηγοί, πρέπει νὰ ἔχουν ἡλικία ἄνω τῶν 40 ἐτῶν», (12).
2. «Ἄν κάποιος ἀτιμάσει ἐλεύθερον παῖδα, νὰ τὸν μηνύει ὁ κηδεμὼν τοῦ παιδὸς στοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ νὰ ζητᾶ τὴν τιμωρία του. ΕΑΝ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕΙ, ΝΑ ΠΑΡΑΔΙΔΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ 11 ΚΑΙ ΝΑ ΕΚΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ. ΕΑΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΕΙ ΣΕ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΙΝ ΝΑ ΤΗΝ ΕΞΟΦΛΕΙ ΕΝΤΟΣ 11 ΗΜΕΡΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ, ΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΕΞΟΦΛΗΣΕΙ ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΤΗΝ ΕΞΟΦΛΗΣΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΚΑΘΕΙΡΞΙΝ. Ἔνοχοι γιὰ αὐτὲς τὶς πράξεις νὰ εἶναι καὶ ὅσοι τὶς διαπράττουν καὶ σὲ δούλους», (16, βλ. καὶ νόμους Σόλωνος, ἄρθρ. 331).
Γράφει μάλιστα στὴν ἑπομένη παράγραφον (17) πὼς ἴσως κάποιος ἀπορήσει ποὺ ὁ νομοθέτης συμπεριέλαβε καὶ τοὺς δούλους σὲ αὐτὴν τὴν νομοθεσία, ὅμως τὸ ἔκανε γιὰ νὰ συνηθίσει τοὺς πολῖτες ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΝ ΕΝΤΕΛΩΣ ΤΟΝ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ…ΔΙΟΤΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΖΕΙ ΕΝΤΟΣ ΕΝΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΔΟΥΛΟΝ ΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟΝ, ΤΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΣ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΑΣΧΕΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΖΩΗ.
3. «Ἐάν κάποιος ἑταιρήσει (εἶναι κίναιδος, ὄχι μόνον πεπορνευμένος =ἐπὶ πληρωμῇ, ἀλλὰ καὶ ἠταιρηκὼς = ἀπὸ εὐχαρίστησιν) ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ:
Α. ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ 9 ΑΡΧΟΝΤΕΣ
Β. ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΙΕΡΕΥΣ
Γ. ΝΑ ΔΙΚΗΓΟΡΗΣΕΙ ΔΗΜΟΣΙΩΣ
Δ. ΝΑ ΑΝΑΛΑΒΕΙ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΑΞΙΩΜΑ ΕΝΤΟΣ Ή ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΔΗΜΟΥ, ΕΙΤΕ ΜΕ ΚΛΗΡΟΝ, ΕΙΤΕ ΚΙ ΑΝ ΑΠΟΔΙΔΕΤΑΙ ΜΕ ΕΚΛΟΓΗ ΤΟ ΑΞΙΩΜΑ ΑΥΤΟ
Ε. ΝΑ ΑΠΟΣΤΑΛΕΙ ΚΗΡΥΞ
ΣΤ. ΝΑ ΠΕΙ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ
Ζ. ΝΑ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΟΥΣ ΙΕΡΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ
Η. ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΑΣΧΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΤΕΦΑΝΩΘΕΙ ΣΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ/ ΣΤΕΦΑΝΟΦΟΡΙΕΣ
Θ. ΝΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΤΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΓΙΑΣΘΕΙ ΜΕ ΡΑΝΤΙΣΜΑ
ΕΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΟΙΗΣΕΙ ΑΥΤΑ, ΕΝΩ ΕΧΕΙ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΚΙΝΑΙΔΟΣ, ΤΙΜΩΡΕΙΤΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ!», (21, καὶ ΝΟΜΟΙ ΣΟΛΩΝΟΣ, 5,5, ἄρθ. 332).
Ἐπιρρωνύει τὰ αὐτὰ καὶ ὁ Δημοσθένης («Κατ’ Ἀνδροτίωνος Παρανόμων», 30/73) :
«Μήτε λέγειν ( = οὔτε νὰ ἀγορεύουν) μήτε γράφειν ( = οὔτε νὰ προτείνουν πρὸς ψήφισιν/ νὰ καταγγέλλουν) ἐξεῖναι τοῖς ἡταιρηκόσιν ( = ἐπιτρέπεται στοὺς ἠταιρηκότας)… οὗ τὸ σῶμ᾽ ἡταιρηκότος οὐκ ἐῶσιν ( =δὲν ἀφήνουν) οἱ νόμοι εἰς τὰ ἱέρ᾽ εἰσιέναι ( = νὰ εἰσέλθει στὰ ἱερά)».
«Οἱ καταδικαζόμενοι δι’ ἑταίρησιν ἐκηρύσσοντο ἄτιμοι καὶ ἐστεροῦντο τῶν ἀστικῶν καὶ ποινικῶν τους δικαιωμάτων», Ἀρχαῖο Ἑλληνικὸ Δίκαιο, σελ. 57, Arnaldo Biscardi, ἐκδ. Παπαδῆμα, 1996.
Ἄν κάποιος πόρνος παραβίαζε τοὺς περιορισμοὺς τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, ὑπέκειτο σὲ μήνυσιν γιὰ πορνεία «γραφὴ ἑταιρήσεως», στὴν ὁποία ἡ ποινὴ ἦταν θάνατος.
Στὸ ἴδιο κείμενον («Κατὰ Τιμάρχου»), λίγο πιὸ κάτω ὁ Αἰσχίνης ἀναφέρεται ὑποτιμητικῶς καὶ μέμφει καὶ τὸν φανατικὰ ἀντιμακεδονικὸν Δημοσθένη μὲ τὴν ἴδια κατηγορία -ψευδῶς ὅμως- (οἱ ὑποστηρικτὲς τῶν ψευδῶν περὶ ἀρχαίας Ἑλλάδος, ὑπερπηδοῦν τὴν νομοθεσία, ἀλλὰ παραδόξως αὐτὸ τὸ σημεῖον δείχνουν νὰ τὸ ἔχουν διαβάσει).
Ὁ Αἰσχίνης ἐπιχειρεῖ ἀκόμη μία πολιτικὴ σκοπιμότητα καὶ ῥητορικὴ πλάνη, διότι ὁ Δημοσθένης -εἶναι γνωστὸν- πὼς ὄχι ἁπλῶς ἦταν ἀντιμακεδονικός, ἀλλὰ ἀσκοῦσε ἐπιρροὴ καὶ δὲν ἤθελε τὸν Φίλιππον, καθῶς τὸν ἔβλεπε ὡς κατακτητή, πόσῳ μᾶλλον ἕναν «ἀποστατημένον» καὶ φιλομακεδονικόν. Μάλιστα εἶχε κατηγορήσει εὐθέως καὶ δημοσίως τὸν Αἰσχίνη γιὰ δωροδοκία -βλ. «Περὶ τῆς παραπρεσβείας», Δημοσθένης-, κατὰ τὴν διάρκεια τῶν διπλωματικῶν ἐπαφῶν του μὲ τοὺς Μακεδόνες.
Συγκεκριμένα, οἱ φιλοευρύπρωκτοι ἀναφέρονται στὸ σημεῖον ὅπου ὁ Αἰσχίνης ἀπεκάλεσε ἐνώπιον τῶν δικαστῶν τὸν Δημοσθένη, Βάταλον ( =πρωκτός, < βαίνω), καὶ εἶπε πὼς τὸ ὄνομα αὐτὸ τὸ ἔχει «ἐξ ἀνανδρίας καὶ κιναιδείας», (131).
Ἐκτὸς ὅμως ὅτι ἀκολουθεῖ τὴν ῥητορικὴ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἤθους τοῦ ἀντιπάλου (χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρον «βάταλος», ὡς προσβολὴ, ὅπως καὶ ἑμεῖς σήμερα τὸ σύγχρονον συνώνυμόν του, καὶ αὐτὸ νομίζω δείχνει πολλὰ γιὰ τὸ πόσο βαρεῖα κατηγορία ἦταν καὶ εἶναι ἡ κιναιδεία!), δὲν μένει μόνον σὲ αὐτόν, ἀλλὰ προχωρᾶ καὶ ἕνα βῆμα παρακάτω καὶ στὸ «Κατὰ Κτησιφῶντος», 246, κατηγορεῖ καὶ τὸν Κτησιφῶντα, ὡς πορνοβοσκόν, διότι τολμᾶ νὰ προτείνει τὸν ἀντίπαλόν του, Δημοσθένη, ὡς ἄξιον τιμῶν.
Ὅμως, πονηρὰ καὶ εὔστοχα παίζει καὶ μὲ τὶς λέξεις καθῶς ὁ συνεσταλμένος Δημοσθένης ἦταν βάΤΤαλος ( < βατταρίζω =ψευδίζω), δηλαδὴ ψευδός. Νομίζω εἶναι πασίγνωστον πὼς ὁ Δημοσθένης, ἀντιμετώπιζε πρόβλημα μὲ τὴν ἐκφορὰ τοῦ -ρ, γι’αὐτὸ κατέβαινε στὸ Φάληρον καὶ ἔβαζε βότσαλα στὸ στόμα του, γιὰ νὰ «ῥερητορεύσει -τὸ ὑπὸ τοῦ διδασκάλου του- ῥερητορευμένον ῥῆμα», ὥστε ἐπιτέλους νὰ καταφέρει μία μέρα νὰ ῥητορεύσει στὰ δικαστήρια κατὰ τῶν θετῶν γονέων του, ποὺ τοῦ κατασπατάλησαν τὴν περιουσία τῶν πραγματικῶν γονέων του.
(«Βάτ(τ)αλος, σκωπτικὸν ἐπώνυμον διδόμενον τῷ Δημοσθένει, ἔχον σχέσιν πρὸς τὸ ῥῆμα βατ(τ)αρίζω, ἐπειδὴ ἐτραύλιζεν ὅτε ἦτο νέος καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ προφέρῃ το ρ», ΛΕΞΙΚΟΝ LIDDELL- SCOTT).
Μάλιστα λόγῳ τοῦ προβλήματός του ἦταν ἀρκετὰ «μαζεμένος» καὶ ὡς ἤθισται καὶ σήμερον, θὰ μποροῦσε εὐκόλως νὰ παρεξηγηθεῖ ὡς λέμε τοὺς πιὸ γυναικώδεις-συνεσταλμένους ἄνδρες, γύννους (βλ. Σουΐδα).
Καὶ γιὰ ὅσους ψάχνουν ἀφορμὲς νὰ προσάψουν ὁ,τιδήποτε στὸν Δημοσθένη, μποροῦν νὰ πιάσουν ὅλα τὰ ἔργα τοῦ ἀντιπάλου του, Αἰσχίνου καὶ ἐκεῖ θὰ βροῦν διάφορες κατηγορίες, πέραν ἀπὸ κιναιδεία, ὅπως δειλία (μαλακία), χρηματισμόν, λιποταξία, ἀνανδρία κοκ ( «Περὶ παραπρεσβείας», 150, 151, «Κατὰ Κτησιφῶντος»,244, 245, 247, κοκ), παρ’ὅτι -γιὰ τὴν ἱστορία- ὁ Δημοσθένης εἶχε τὰ κότσια νὰ τὰ βάλει καὶ μὲ τὸν Φίλιππον, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν Μ. Ἀλέξανδρον, ἐκτὸς τῶν ἄλλων!
…Αὐτὸ ποὺ σίγουρα δὲν θὰ μπορέσουν νὰ ἀρνηθοῦν εἶναι ὅτι ὁ κατὰ τὴν φαντασία τους κίναιδος Δημοσθένης καὶ δημοσίως κυκλοφοροῦσε, καὶ στὰ ἱερὰ ἔμπαινε, καὶ ἠγόρευε, καὶ ἐμήνυε, καὶ γενικῶς ὅλα του τὰ πολιτικὰ δικαιώματα τὰ ἀσκοῦσε, παρὰ τὴν αὐστηρὴ νομοθεσία κατὰ τῶν καθυβρισμένων!
Μάλιστα μετὰ θάνατον στὴν Ἀθῆνα τοῦ ἔστησαν καὶ χάλκινον ἀνδριάντα καὶ ψήφισαν ὁ μεγαλύτερος τοῦ γένους του νὰ τρέφεται δωρεὰν στὸ Πρυτανεῖον (Βίοι Παράλληλοι, Δημοσθένης, 30, Πλούταρχος).
Παρακάτω στὸ ἴδιο σύγγραμμα (Κατὰ Τιμάρχου, 185), ὁ Αἰσχίνης λέγει στοὺς δικαστές: «τὸν Τίμαρχον τὸν ἔνοχο γιὰ αἴσχιστα ἐπιτηδεύματα θὰ ἀφήσετε; Τὸν ἄνδρα μὲ ἀρσενικὸν σῶμα, τὸν ἡμαρτηκότα ἀπὸ γυναικεῖα ἁμαρτήματα; (ὑπονοώντας πὼς εἶναι θηλύδριον)…-ποιός θὰ- πάρει σύμβουλόν του αὐτὸν ποὺ ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΤΟΥ, ΠΑΡΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ; »
Ἐπιπλέον γιὰ νὰ διεγείρει κι ἄλλο τὸ αἴσθημα αἰδοῦς τῶν δικαστῶν καὶ ἔτσι νὰ δώσει περαιτέρω ἔμφασιν στὴν βαρύτητα τοῦ ὅρου «κίναιδος» καὶ νὰ ἀποτρέψει τὴν ἰσχὺν τῆς μηνύσεως κατά του, τοὺς θέτει συνεχῶς ῥητορικὲς ἐρωτήσεις τοῦ τύπου «δεῖτε ποιοί μὲ κατηγοροῦν γιὰ δωροδοκία, ἐπιλήψιμοι πολῖτες, κίναιδοι».
Ἀλλοῦ (30) διαχωρίζει μὲν τὸν ἐκπεπορνευμένον (ἐπὶ πληρωμῇ) μὲ τὸν ἡταιρηκότα (ἀπὸ ἡδονή), ὡς πρὸς τὰ κίνητρα, ἀλλὰ καταλήγει στὸ ἴδιο συμπέρασμα (ποὺ μᾶς δίνει νὰ καταλάβουμε γιὰ ἀκόμη μιὰ φορὰ καὶ τὴν γνώμη τους γιὰ τοὺς κιναίδους, ἀλλὰ καὶ γιατί δὲν τοὺς ἐπέτρεπαν νὰ ἐμπλέκονται μὲ τὰ πολιτικά) :
« -Αὐτὸς- ποὺ πουλᾶ καὶ ἐξευτελίζει τὸ ἴδιο του τὸ σῶμα («τὴν ἰδίαν οἰκίαν κακῶς οἰκήσαντα)», ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΕΥΚΟΛΙΑ ΘΑ ΞΕΠΟΥΛΗΣΕΙ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ («καὶ τὰ κοινὰ τῆς πόλεως παραπλησίως ἡγήσατο διαθήσειν»). Διότι δὲν μπορεῖ κάποιος ποὺ στὸν ἰδιωτικόν του βίον εἶναι ἐλεεινός, στὸν δημόσιον νὰ εἶναι χρηστός».
Ἔχοντες τέτοιαν γνώμην γιὰ τοὺς κιναίδους καὶ τέτοια νομοθεσία, νομίζω πὼς εἶναι προφανὲς πὼς δὲν ἰσχύουν τὰ παραμύθια ποὺ ἀκούγονται περὶ ἀποδοχῆς τῶν κιναίδων στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα.
Ὅμως δὲν μένουμε σὲ ἕνα μόνον σύγγραμμα. Ὑπάρχουν κι ἄλλες πηγὲς πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν γεγραμμένων τοῦ Αισχίνου, γι’αὐτὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ γνωρίζουν ἀνάγνωσιν καὶ δὲν ἔχουν κάποιον ἐγκεφαλικὸν πρόβλημα, ὡς πρὸς τὴν ἐπεξεργασία πληροφοριῶν, ἤ δὲν ἄγονται καὶ φέρονται ἀπὸ ἄλλα συμφέροντα, δὲν τοὺς δίνεται ἡ παραμικρὴ ἀφορμὴ νὰ ἀμφιβάλλουν γιὰ τὸ τί ἴσχυε τότε.
Ἐπαναφέρει ὁ (προαναφερθείς) Δημοσθένης στὸ «Κατὰ Μειδίου», (47, 49) τὸν Νόμον τοῦ Σόλωνος περὶ ἀσελγείας (ἄρθρον 331) :
«Ἄν κάποιος παρακινήσει σὲ ἀκολασία ἐλεύθερον ἤ δοῦλον, εἴτε παῖδα, εἴτε γυναῖκα ἤ ἄνδρα, ἤ παρανομήσει εἰς βάρος κάποιου ἀπὸ αὐτούς, μπορεῖ ὁ κάθε Ἀθηναῖος νὰ τὸν κατηγορήσει ἐναντίον τῶν θεσμοθετῶν. Καὶ οἱ θεσμοθέτες πρέπει ἐντὸς 30 ἡμερῶν νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὸ δικαστήριον τῆς Ἡλιαίας, ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε ἡ μήνυσις, ἄν βεβαίως δὲν τοὺς κωλύει κάποιο δημόσιον καθῆκον τους. Ἀλλοιῶς νὰ τὸ κάνουν μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία. Καὶ ὅταν καταδικαστεῖ, ἡ Ἡλιαία πρέπει νὰ τὸν τιμωρήσει ἀμέσως μὲ ὅποια ποινὴ τοῦ ἀξίζει (σημ.: ἀναλόγως τὸ μέγεθος τῆς ἀκολασίας), μὲ ἔκτισιν ποινῆς ἤ πρόστιμον. Ἄν ὅμως τοῦ ἐπιβληθεῖ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, πρέπει νὰ παραδοθεῖ στοὺς Ἔντεκα καὶ νὰ τὸν θανατώσουν αὐθημερόν. Ὅποιος σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καταγγείλει ἐγγράφως κάποιον, ἀλλὰ δὲν τὸν κατηγορήσει ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ἤ ἀφοῦ τὸν κατηγορήσει, δὲν πάρει τὸ 1/5 τῶν ψήφων, πρέπει νὰ πληρώσει στὸ δημόσιον χίλιες δραχμές. Ἄν ὁ κατηγορούμενος ποὺ ὕβρισε ἐλεύθερον καταδικαστεῖ σὲ πρόστιμον, ὀφείλει νὰ τὸ καταβάλει μέσα σὲ 11 ἡμέρες ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ ἐκδοθεῖ ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις· ἄν δὲν μπορεῖ ἀμέσως νὰ τὸ ἐξοφλήσει, νὰ φυλακισθεῖ μέχρι νὰ πληρώσει τὸ πρόστιμον».
Ὅλα αὐτὰ τὰ ὄχι καὶ τόσον εὐνοϊκὰ γιὰ τοὺς βατάλους, ξαναγράφω, λέγονται ἀπὸ στόματος Δημοσθένους…τοῦ ἐλευθέρως ἀγορεύοντα εἰς τὰ δικαστήρια κοκ!
Ὅμως ἡ νομοθεσία κατὰ τῆς κιναιδείας δὲν σταματᾶ ἐκεῖ. Ἔχουμε κι ἄλλα συγγράμματα ποὺ ἀναφέρουν κι ἄλλους νόμους κατὰ τοῦ φαινομένου. Θεωρῶ ὅμως ἀπαραίτητη προϋπόθεσιν, προτοῦ προχωρήσουμε στὰ ὑπόλοιπα χωρία, νὰ ἀνοίξει μία μεγάλη παρένθεσις, ἀναφορικῶς μὲ τὸ τί ἐστί ἐραστὴς καὶ τί ἐρώμενος, διότι πολλοὶ τείνουν νὰ ἐκχυδαΐζουν τοὺς ὅρους.
ΕΡΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΕΡΩΜΕΝΟΣ
Οἱ λέξεις «ἐραστὴς» καὶ «ἑρώμενος» προέρχονται ἀπὸ τὸ ῥῆμα ἐράω-ῶ, ὅπως καὶ ὁ ἔρως. Τὸ «ἐρᾶν» προέρχεται ἀπὸ τὸ εἴρειν ( =συνδέω) καὶ πράγματι ὁ ἔρως εἶναι ὁ συνδέων ἡμᾶς πόθος (Μέγα Ἐτυμολογικόν). Στὶς μέρες μας ἡ λέξις στένεψε ἐννοιολογικῶς καὶ συνεδέθη σχεδὸν ἀποκλειστικῶς μὲ τὸ σαρκικόν κομμάτι (ἐρωμένη, ἐρωτικός, ἐρωτισμός κοκ), ὅμως ἡ ἀρχική του σημασία ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΟΝΟΝ ΑΥΤΗ!
Εὐτυχῶς μέχρι σήμερα ἐπιβιώνουν φράσεις ὅπως «ἔχει ἔρωτα γιὰ τὸ παιδί του», «εἶναι ἐρωτευμένος μὲ τὴν τέχνη του», ἤ καὶ λέξεις ὅπως «ἐρευνῶ, ἑρωτῶ, ἐρασιτέχνης, ἐρασίμολπος» ποὺ μᾶς βοηθοῦν νὰ κατανοήσουμε τὴν κυριολεκτικὴ ἔννοια τοῦ «ἐρᾶν».
Καὶ τὸ «ἐρᾶν» εἶναι ἡ ἀναζήτησις τοῦ συνδέεσθαι μὲ κάτι/κάποιον, γι’αὐτὸ καὶ ἐτυμολογεῖται ἐκ τοῦ εἴρειν καὶ γι’αὐτὸ καὶ ἡ σύνδεσις λέγεται καὶ εἰρμός.
Γι’αὐτὸ καὶ ὅταν ἐπιθυμεῖς νὰ συνδεθεῖς μὲ κάτι, εἴτε αὐτὸ εἶναι ἔμψυχον, εἴτε εἶναι ἄψυχον, εἴτε εἶναι συγκεκριμένον, εἴτε εἶναι ἀφηρημένον ἘΡ-ωτᾶς καὶ ἘΡ-ευνᾶς/ ἘΡ-εύεις. Γι’αὐτὸ καὶ τὰ συμπόσια, ὅπου συγκεντρώνονταν, ἄρα καὶ συνεδέοντο οἱ ἀπὸ κοινοῦ προσφέροντες συνδαιτυμόνες, ἐλέγοντο καὶ ἜΡ-ανοι. Γι’αὐτὸ καὶ τὸ ἐρέω/ἐρῶ (μελλ. λέγω) ἔχει σχέσιν καὶ μὲ τὸ ἐρᾶω/ἐρῶ.
Ἐν προκειμένῳ, ὁ ἐραστὴς καὶ ὁ ἐρώμενος εἶναι ἀντιστοίχως ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ μαθητής. Αὐτὸ ποὺ οἱ Σπαρτιᾶτες ὠνόμαζον εἴσπνηλον/εἰσπνήλα ( < εἰσπνέω= ἔν-πνέω) καὶ αΐτα ( < αΐω =ἀκούω, κατανοῶ). Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον ἑνὸς διδασκάλου ( < δαίω= φωτίζω), νὰ ἐμπνεύσει καὶ νὰ φωτίσει αὐτὸν ποὺ τὸν ἀκούει. Ὅ,τι ἀκριβῶς ἔκανε καὶ ὁ ἐραστὴς στὸν ἐρώμενόν του. Τὸν βοηθοῦσε νὰ ἐρευνήσει αὐτὰ ποὺ προσέτασσε ἡ Οὐρανία Ἀφροδίτη (βλ. Συμπόσιον, 181), δηλαδὴ τὴν οὐσία, τὴν ἀλήθεια, τὴν πνευματικὴ ἀνέλιξιν, τὴν ἠθικὴν βελτίωσιν, ἐν ὀλίγοις ΤΗΝ ΑΡΕΤΗΝ ( «ὅτι ἀρετῆς γ’ ἕνεκα», Συμπόσιον, Πλάτων, 185).
Μέσῳ αὐτῆς συνεδέοντο καὶ σὲ αὐτὴν προσέβλεπον. Καὶ οἱ γονεῖς τῶν παιδιῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν τὰ παιδιά τους νὰ γίνουν ἐνάρετα, ἔδιναν τὴν συγκατάθεσίν τους ἤ τὰ παρέδιδαν καὶ οἱ ἴδιοι σὲ αὐτὸν ποὺ θεωροῦσαν κατάλληλον ἐραστή, δηλαδὴ διδάσκαλον!
Δὲν τὰ ἔστελναν στὸν «ἐραστὴ» ὅπως τὸν συλλαμβάνουν μερικοὶ ἄσχετοι τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης σήμερα, δηλαδὴ ὡς προαγωγοὶ τῶν ἴδιων τους τῶν παίδων, ὅπως ὑπερασπίζονται οἱ φαντασιόπληκτοι κιναιδολάγνοι. Ἄλλωστε ὑπῆρχε καὶ γι’ αὐτὸ νόμος ἀπὸ τὸν Σόλωνα, ὁ ὁποῖος θέσπιζε ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς :
«Ὅποιος ἐξωθήσει στὴν πορνεία/ προάγει ἐλεύθερον παῖδα ἤ γυνὴ καταδιώκεται. Καὶ ἄν καταδικασθεῖ, τιμωρεῖται μὲ θάνατον», (Νόμοι Σόλωνος, ἄρθρ. 330).
«Ἄν ὁ πατὴρ ἤ ὁ ἀδελφὸς ἤ ὁ θεῖος ἤ ὁ κηδεμὼν ἤ ὅποιος ἔχει ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειά του κάποιο παιδί, πάρει χρήματα γιὰ νὰ τὸ ἐξωθήσει στὴν πορνεία, τότε δὲν καταγγέλλεται τὸ παιδὶ γιὰ πορνεία, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ τὸ προήγαγε καὶ αὐτὸς ποὺ ἐμίσθωσε τὸν προαγωγόν. Ὁ ἕνας γιατὶ πλήρωσε καὶ ὁ ἄλλος γιατὶ ἐδέχθη τὰ χρήματα. Καὶ ἡ ποινὴ καὶ γιὰ τοὺς δύο εἶναι ἡ ἴδια. Καὶ ὅταν τὸ παιδὶ φτάσει στὸ 14ο ἔτος τῆς ἡλικίας του δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ τρέφει καὶ νὰ παρέχει κατοικία στὸν πατέρα ποὺ ἐξεμισθώθη γιὰ νὰ τὸ ἐξωθήσει στὴν πορνεία. Ὀφείλει μόνον κατὰ τὴν συνήθεια νὰ φροντίζει γιὰ τὴν ταφή μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός του», (Νόμοι Σόλωνος, ἄρθρ. 329).
Καὶ ἄν ὑπῆρχε ἡ ἐλάχιστη πιθανότητα νὰ βρεθεῖ ἕνας ἀνώμαλος γονεὺς νὰ διαπράξει ὁποιαδήποτε ἀσέλγεια κατὰ τοῦ παιδιοῦ του, ὁ νόμος ἔστεκε ἀπὸ πάνω του σὰν Δαμόκλειος σπάθη νὰ τὸν καρατομήσει. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἰσχύουν οἱ ἀνοησίες καὶ οἱ παρερμηνεῖες τῶν πρωκτομανῶν πὼς οἱ γονεῖς θὰ συγκατέθεταν ποτὲ νὰ δώσουν τὰ παιδιά τους σὲ παιδομανεῖς ἐραστές;
Καὶ ὄχι μόνον συγκατέθεταν οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς, ἀλλὰ καὶ ἡ πολιτεία θεωροῦσε πὼς τὸ ἔργον τῶν ἐραστῶν εἶναι σπουδαῖον καὶ ἡ εὐθύνη τους γιὰ τὸ τί νέον θὰ διαμορφώσουν μεγάλη, καθῶς μέγα ποσοστὸν γιὰ τὴν ἰδανικὴ πολιτεία ἐξαρτιόταν ἀπὸ αὐτούς. Γι’αὐτὸ καὶ βρίσκουμε ἀναφορὲς στὴν ἀρχαιοελληνικὴ γραμματεία πὼς τιμωροῦνταν οἱ ἐραστὲς σὲ περίπτωσιν ποὺ τὸ παιδὶ «ξέφευγε» καὶ γι’ αὐτὸ καὶ ἐθεωρεῖτο σοβαρὴ κατηγορία τὸ νὰ μὴν εἶναι κάποιος καλὸς ἐραστής (ψευδὴς κατηγορία ποὺ προσεδόθη καὶ στὸν Σωκράτη, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω).
Πιὸ συγκεκριμένα :
Γράφει ὁ Πλούταρχος στὸ «Βίοι παράλληλοι», Λυκοῦργος, 18 :
«Ἐκοινώνουν δὲ οἱ ἐρασταὶ τοῖς παισὶ τῆς δόξης ἐπ’ ἀμφότερα· καὶ λέγεταί ποτε παιδὸς ἐν τῷ μάχεσθαι φωνὴν ἀγεννῆ προεμένου ζημιωθῆναι τὸν ἐραστὴν ὑπὸ τῶν ἀρχόντων».
( =Οἱ ἐραστὲς εἶχαν μερίδιο εὐθύνης καὶ στὴν καλὴ καὶ στην κακὴ φήμη τοῦ νέου. Καὶ λέγεται πὼς κάποτε ὅταν ἕναν παιδὶ στὴν μάχη ἐπάνω ἔβγαλε ἀγενῆ φωνὴ/προσέβαλε κάποιον, οἱ ἄρχοντες τιμώρησαν τὸν ἐραστή του).
Οὐδεμία λοιπὸν σχέσιν ἔχει ὁ πραγματικὸς ἐραστὴς καὶ ὁ ερώμενος μὲ αὐτὸ ποὺ ἀπὸ κάποιους σήμερα ὑπονοεῖται! Ὅμως δὲν θὰ σταθῶ στὴν ἀδυναμία κάποιων ποὺ εἴτε λόγῳ γλωσσικῆς πενίας (ὅπως εἶναι οἱ ἀλλόθροοι), εἴτε λόγῳ πνευματικῆς συγχύσεως δὲν ἐννοοῦν τὰ ἔτυμα, ὅμως θὰ σταθῶ στὸ γεγονὸς ὅτι παραβλέπουν καὶ τὴν νομοθεσία κατὰ τῶν ἐραστῶν ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ διαχωρίσουν τὸν ἔρωτα τῆς Οὐρανίας ἀπὸ τὴν Πάνδημον Ἀφροδίτη.
Καὶ ἡ νομοθεσία αὐτὴ εἶναι καταπέλτης καὶ δὲν ἀφήνει τὸ περιθώριον γιὰ ἐκτρωματικὲς ὑποθέσεις. Πιὸ συγκεκριμένα :
Γράφει ὁ Ξενοφῶν στὸ «Λακεδαιμονίων Πολιτεία», 2, 13 :
«Εἰ δέ τις παιδὸς σώματος ὀρεγόμενος φανείη, αἴσχιστον τοῦτο θεὶς ἐποίησεν ἐν Λακεδαίμονι μηδὲν ἧττον ἐραστὰς παιδικῶν ἀπέχεσθαι ἢ γονεῖς παίδων ἢ καὶ ἀδελφοὶ ἀδελφῶν εἰς ἀφροδίσια ἀπέχοντα».
( =Ἐὰν κάποιος -ἐραστὴς- φαινόταν ὅτι ὀρέγεται τὸ παιδικὸν σῶμα, ἐπειδὴ -ὁ Λυκοῦργος- θεωροῦσε αὐτὸ πάρα πολὺ αἰσχρόν, νομοθέτησε στὴν Λακεδαίμονα νὰ ἀπέχουν οἱ ἐραστὲς ὄχι λιγότερον ἀπὸ τὰ παιδιὰ, ἀπὸ ὅσον ἀπέχουν ἀπὸ τὶς σεξουαλικὲς σχέσεις οἱ γονεῖς μὲ τὰ παιδιά τους καὶ οἱ ἀδελφοὶ ἀπὸ τὰ ἀδέλφια τους).
Μάλιστα ὁ Πλούταρχος συνεχίζει ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ στὸ «Τὰ παλαιὰ τῶν Λακεδαιμονίων ἐπιτηδεύματα», (7) γράφει :
«Τὸ δὲ πλησιάζειν αἰσχρὸν νενόμιστο…ὁ δὲ ἐγκληθεὶς ὡς ἐπ’ αἰσχύνῃ πλησιάζων ἄτιμος διὰ βίου ἦν».
( =Τὸ νὰ πλησιάζεις -μὲ πονηρὲς διαθέσεις τοὺς παῖδας- ἐθεωρεῖτο αἰσχρόν…ὁ κατηγορηθεὶς ὅτι πλησίασε παῖδα γιὰ νὰ ἀσχημονήσει, ἦταν ΑΤΙΜΟΣ/ ΕΣΤΕΡΕΙΤΟ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΔΙΑ ΒΙΟΥ»).
Ὁ Μάξιμος ὁ Τύριος συμπληρώνει στὶς «Διαλέξεις» :
«Θαυμάζει ὁ Σπαρτιάτης ἀνὴρ ἕναν ἔφηβον Λάκωνα, ἀλλὰ τὸν θαυμάζει ὅπως θαυμάζουμε ἕνα πολὺ ὄμορφο ἄγαλμα…διότι Η ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΛΑΥΣΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΒΡΙΝ ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ».
Καὶ ὁ Ξενοφῶν ἀναφέρει στὸ «Συμπόσιον», 8, 35 :
«Λακεδαιμόνιοι δὲ οἱ νομίζοντες, ἐὰν καὶ ὀρεχθῇ τις σώματος, μηδενὸς ἂν ἔτι καλοῦ κἀγαθοῦ τοῦτον τυχεῖν».
( = Οἱ Λακεδαιμόνιοι πιστεύουν πὼς ἄν κάποιος ἐπιθυμήσει τὸ σῶμα νέου, δὲν εἶναι ἱκανὸς καὶ ἄξιος νὰ ἐπιτύχει τίποτε τὸ καλὸν καὶ τὸ ἀγαθόν).
Ἀλλὰ καὶ ὁ Κλαύδιος Αἰλιανός, στὸ ἔργον του «Ποικίλη Ἱστορία», 12 :
«Σπαρτιάτης δὲ ἔρως αἰσχρὸν οὐκ οἶδεν· εἴτε γὰρ μειράκιον ἐτόλμησεν ὕβριν ὑπομεῖναι εἴτε ἐραστὴς ὑβρίσαι, ἀλλ᾽ οὐδετέροις ἐλυσιτέλησε τῇ Σπάρτῃ ἐγκαταμεῖναι· ἢ γὰρ τῆς πατρίδος ἀπηλλάγησαν ἢ καὶ τὸ ἔτι θερμότερον τοῦ βίου αὐτοῦ».
( = Ὁ Σπαρτιάτικος ἔρως δὲν γνωρίζει τίποτε τὸ αἰσχρόν· ἄν ποτὲ μειράκιον/ νέος ἐτόλμησε νὰ ὑπομείνει ὕβριν/ἀσέλγεια ἤ ἐραστὴς νὰ ἀσελγήσει, δὲν συνέφερε κανέναν ἀπὸ τοὺς δύο νὰ καταντροπιάσουν τὴν Σπάρτη· διότι τότε εἴτε θὰ ἐξορίζονταν/ ἀπήλλασσαν τὴν πατρίδα τους -ἀπὸ τὴν παρουσία τους- ἤ ἀκόμα χειρότερα -θὰ τὴν ἀπήλλασσαν- ἀπὸ τὸν βίον τους/ θὰ καταδικάζονταν σὲ θάνατον).
Ἡ σχέσις ἐραστοῦ-ἐρωμένου ἦταν «ΑΓΝΗ ΚΑΙ ΑΜΕΜΠΤΟΣ, ΤΗΝ ΔΕ ΔΙΑΦΘΟΡΑΝ ΕΝΟΜΙΖΑΝ ΑΙΣΧΙΣΤΗΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΤΙΜΩΡΟΥΝ ΑΥΣΤΗΡΩΣ», σχόλ. Πλουτάρχου Λυκοῦργος.
Γράφει ὁ Ἀθήναιος στοὺς Δειπνοσοφιστές (13,12) :
«-Ὅτι- ἤξεραν τὸν Ἔρωτα, ὡς κάποιον σεβαστὸν θεὸν, ΑΠΟΜΑΚΡΥΣΜΕΝΟΝ απὸ κάθε ΑΠΡΕΠΕΣ ἔργον, εἶναι φανερὸν ἀπὸ τὸ ὅτι στὰ γυμναστήρια εἶναι τοποθετημένος δίπλα στὸν Ἑρμῆ καὶ τὸν Ἡρακλῆ, ποὺ εἶναι ἐπικεφαλῆς τοῦ λόγου ὁ πρῶτος καὶ τῆς σωματικῆς δυνάμεως ὁ δεύτερος. ΟΤΑΝ ΕΝΩΘΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΟΜΟΝΟΙΑ, μὲ τὶς ὁποῖες μεγαλώνει μαζὶ ἡ πιὸ ὡραία ἐλευθερία, γιὰ ὅσους τὰ ἐπιδιώκουν. Οἱ Ἀθηναῖοι ἦταν τόσο μακριὰ ἀπὸ τὸ νὰ σκέπτονται ὅτι Ο ΕΡΩΣ ΚΥΒΕΡΝΑ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΝΩΣΙΝ, ΩΣΤΕ ΣΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ (σημ.: τὴν Παρθένον), ΙΔΡΥΣΑΝ/ΕΣΤΗΣΑΝ ΑΓΑΛΜΑ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΕΦΕΡΑΝ ΘΥΣΙΕΣ…οἱ Λακεδαιμόνιοι, προτοῦ παραταχθοῦν στὴν μάχη κάνουν προκαταρκτικὲς θυσίες στὸν θεὸν Ἔρωτα, ἐπειδὴ νομίζουν ὅτι ἡ σωτηρία καὶ ἡ νίκη ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΦΙΛΙΑ ΑΥΤΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΑΣΣΟΝΤΑΙ».
Καὶ ἄλλες πολλὲς μαρτυρίες, χρόνον νὰ ἔχει κάποιος νὰ διαβάζει τὴν ἀρχαία γραμματεία μας…
Ἄραγε ὁ Πλάτων καὶ ὁ «πλατωνικὸς ἔρως», ἡ βαθεῖα σοφία καὶ ἡ ἐκπαίδευσις ποὺ παρεῖχε στὴν Ἀκαδημία του, νὰ εἶχαν σχέσιν μὲ τὸ φαῦλον, σαρκικὸν κομμάτι τοῦ Ἔρωτος;
Κι ἄν κάποιοι δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν πὼς ὁ ἐραστὴς εἶναι ἕνθεος φίλος (Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Πελοπίδας, 18,5) γιὰ τὸν ἐρώμενόν του, ὅπως πράγματι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ σήμερα ὁ διδάσκαλος γιὰ τὸν μαθητή του, καὶ θέλουν νὰ ΦΑΝΤΑΖΟΝΤΑΙ ΑΝΩΜΑΛΕΣ, ΔΙΕΣΤΡΑΜΜΕΝΕΣ θεωρίες γύρω ἀπὸ αὐτούς, δὲν εἶναι πρόβλημα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσει τὴν γλωσσολογία καὶ τὴν ἐπιστήμη τῆς φιλοσοφίας, αλλὰ τὸν ψυχίατρόν τους!
Πηγή: etymo-logiki
