Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

 

Πρώτος γνωστός μας ησυχαστής στην περιοχή του Αγίου Όρους αναφέρεται ο όσιος Πέτρος ο Αθωνίτης που εγκαταστάθηκε στον Άθω κατά τα τέλη του Ζ’ αιώνα. Με τον καιρό, η περιοχή προσέλκυσε πολλούς ασκητές με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οικισμοί μοναχών με διοικητική «Καθέδρα Γερόντων» και «Αθωνικό Πρωτάτο». Τον Θ’ αιώνα υπέστησαν τα δεινά των επιδρομών από Άραβες πειρατές που λαφυραγωγούσαν ακόμα και τους πιο λιτοδίαιτους μοναχούς. Τότε ξεκίνησε μια ατελής μορφή οργάνωσης.

Στο δεύτερο μισό του Θ’ αιώνα, ο Ιωάννης Κολοβός έκτισε στο πιο βόρειο ορεινό σημείο του Άθω (θέση «Μεγάλη Βίγλα») το πρώτο μοναστήρι. Από το σημείο εκείνο και νότια, απαγορεύτηκε η είσοδος λαϊκών και βοσκών με κοπάδια. Δημιουργήθηκε έτσι η ζώνη που έγινε τόπος ασκητών, προσευχής και μοναστικής ζωής. Με χρυσόβουλα αυτοκρατόρων της Μακεδονικής δυναστείας, απαγορεύτηκε στους υπηκόους του Βυζαντίου να ενοχλούν με οποιονδήποτε τρόπο τους μοναχούς και ησυχαστές. Και οι υπάλληλοι της αυτοκρατορίας έπαψαν να ασχολούνται με διοικητικά καθήκοντα που είχαν να κάνουν με τα πράγματα από τα βόρεια «σύνορα» της περιοχής ως το νοτιότερο σημείο της γλώσσας του Άθω. Στα τέλη του Θ’ αιώνα, η «Καθέδρα των Γερόντων» εγκαταστάθηκε στις Καρυές έχοντας επικεφαλής τον «Πρώτο». Η διοίκησή του ονομαζόταν Πρωτάτο.

Ο καθηγητής Αδαμάντιος Αδαμαντίου (1875 – 1937) αποδίδει την έξαρση της οικοδόμησης νέων εκκλησιών και την αναζωογόνηση του θρησκευτικού αισθήματος, τον Ι’ αιώνα, σε ενέργειες των αυτοκρατόρων της Μακεδονικής δυναστείας που θέλησαν να αντιμετωπίσουν πρακτικά την απειλή εκβαρβαρισμού της αυτοκρατορίας. Η απειλή αυτή είχε προέλθει από τις επιδρομές βαρβαρικών φύλων του Βορρά και Αράβων πειρατών που λυμαίνονταν τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Οι αυτοκράτορες, πέρα από τις πολεμικές επιχειρήσεις ενάντια σε Άραβες, Σλάβους, Βούλγαρους κ.λπ., δημιούργησαν αποστολές ιεροκηρύκων που διέτρεχαν τις χώρες και κήρυτταν το ευαγγέλιο, τονώνοντας την κλονισμένη πίστη. Στην πολιτική αυτή αποδίδεται η δράση που ανέπτυξαν ο όσιος Νίκων ο Μετανοείτε στη Λακωνία και ο όσιος Λουκάς ο Στεριώτης στην Βοιωτία.

Στα 955, ο Νικηφόρος Φωκάς ήταν δομέστικος των σχολών (στρατηγός) της Ανατολής. Ο αδελφός του, Λέων Φωκάς, δομέστικος των σχολών της Δύσης. Η οικογένεια των Φωκάδων και των συγγενών τους, Μαλεΐνων, είχε τεράστια κτήματα στην Καππαδοκία. Ο θείος του Νικηφόρου, Μιχαήλ Μαλεΐνος, ήταν ξακουστός για την ευσέβειά του ως ηγούμενος σε ένα μοναστήρι στην Θεσσαλία. Και ο Νικηφόρος Φωκάς αποτελούσε περίεργο κράμα θεοσεβούμενου μοναχού και άγριου πολεμιστή. Κοντός, γεροδεμένος, μελαψός, πανάσχημος, απότομος, αγαπούσε τους πολέμους αλλά ανήκε και στους πιο αφοσιωμένους στην θρησκεία. Ζούσε ασκητικά, κοιμόταν στο πάτωμα, αυτομαστιγωνόταν όταν ένιωθε ότι αμάρτησε αλλά διέθετε σπάνιες στρατηγικές και διοικητικές ικανότητες.

Κάποια στιγμή, επισκέφτηκε τον θείο του, Μιχαήλ Μαλεΐνο, στο μοναστήρι. Εκεί, γνωρίστηκε με τον νεαρό μοναχό Αθανάσιο. Ενθουσιάστηκε τόσο μαζί του, ώστε σύντομα επισκέφτηκε το μοναστήρι για δεύτερη φορά. Πολύ θα ήθελε να γίνει κι αυτός καλόγερος αλλά οι καιροί απαιτούσαν την παρουσία του στον στρατό. Ο ηγούμενος Μιχαήλ Μαλεΐνος βρήκε πιο πρόσφορη λύση να δώσει τον Αθανάσιο πνευματικό σύντροφο του Νικηφόρου. Έφυγαν μαζί. Ο Αθανάσιος όμως κάποια στιγμή παράτησε τον Νικηφόρο και το έσκασε στον Άθω όπου έγινε ησυχαστής. Η ιστορία της αθωνικής μοναστικής πολιτείας αρχίζει από αυτόν, αν και το όνομα Άγιον Όρος δόθηκε στην περιοχή περίπου διακόσια χρόνια αργότερα.

Ήταν το 959. Ο Φωκάς έβαλε λυτούς και δεμένους να τον βρουν. Κάποιες πληροφορίες έλεγαν ότι ο Αθανάσιος είχε θεαθεί στον Άθω. Ο Νικηφόρος έγραψε στον στρατοπεδάρχη Θεσσαλονίκης κι αυτός έστειλε την περιγραφή του Αθανάσιου στον Πρώτο, στις Καρυές. Ο Πρώτος εντόπισε τον Αθανάσιο ανήμερα Χριστούγεννα, όταν όλοι οι μοναχοί του Άθω μαζεύτηκαν στις Καρυές, κατά το έθιμο. Του είπε, τι συνέβαινε, κι ο Αθανάσιος ζήτησε προστασία. Ο Πρώτος τον έκρυψε σε ερημικό Κελίο όπου ο μοναχός περνούσε τον καιρό του αντιγράφοντας ιερά βιβλία που πουλούσε στις Καρυές, κερδίζοντας τον επιούσιο. Στα τέλη του 960, του παραχωρήθηκε σκήτη κοντά στην θέση όπου αργότερα κτίστηκε η μονή της Μεγίστης Λαύρας. Μαζί του, στη σκήτη εγκαταστάθηκαν ο καλλιγράφος Ιωάννης και ο μαΐστωρ (δάσκαλος εκκλησιαστικού χορού) Γρηγόριος.

Τότε ήταν που τον εντόπισαν οι άνθρωποι του Νικηφόρου Φωκά. Οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν αλλά ο Αθανάσιος έμεινε στον Άθω, ενώ ο Νικηφόρος Φωκάς αναζητούσε τη στιγμή που όλα θα τα παρατούσε και θα πήγαινε να γίνει κι αυτός μοναχός. Ήδη, από τον Ιούλιο του 960, ο Φωκάς πολεμούσε στην Κρήτη εναντίον των Σαρακηνών. Ο Αθανάσιος του ήταν απαραίτητος και ως πνευματικός σύμβουλος και ως κήρυκας του χριστιανισμού στη ρημαγμένη μεγαλόνησο. Με τα πολλά, ο Αθανάσιος δέχτηκε να αφήσει τον Άθω και να πάει στην Κρήτη, έχοντας τη ρητή διαβεβαίωση του Νικηφόρου Φωκά ότι θα εγκατέλειπε τα εγκόσμια και θα γινόταν μοναχός μόλις τέλειωνε με την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς.

Η εκστρατεία στην Κρήτη έληξε νικηφόρα για τους Βυζαντινούς τον Μάρτιο του 961. Ο Αθανάσιος γύρισε στη σκήτη του, στον Άθω, ενώ ο Νικηφόρος Φωκάς επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη νικητής και τροπαιούχος. Από την Κρήτη κιόλας, ο Νικηφόρος πίεζε τον Αθανάσιο να χτίσει στον Άθω μοναστήρι που θα τους στέγαζε. Ο Αθανάσιος αρνιόταν. Προτιμούσε την ερημιά του ασκητή. Ο Νικηφόρος συνέχισε να πιέζει. Επιτέλους, στα 963, ο Αθανάσιος πείστηκε. Ξεκίνησε να κτίζει τα κελία και την εκκλησία της Μεγίστης Λαύρας, σηματοδοτώντας την ίδρυση της ιερής πολιτείας. Όμως, ο Νικηφόρος κινιόταν ήδη σε άλλα επίπεδα.

Ο Ρωμανός Β’ ήταν μικρό παιδί όταν η διπλωματία των γάμων τον πάντρεψε με την Βέρθα, κόρη του βασιλιά Προβηγκίας και Ιταλίας. Γιος του Κωνσταντίνου Ζ’ του Πορφυρογέννητου, ο Ρωμανός Β’ απαλλάχτηκε από τον γάμο αυτό στα 949, όταν η Βέρθα πέθανε. Επτά χρόνια αργότερα, θέλησε να ξαναπαντρευτεί.

Η Αναστασώ ήταν κόρη έμπορου κρασιών στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ρωμανός την είδε και την βάφτισε Θεοφανώ, επειδή «του την φανέρωσε ο Θεός». Στα 956, την παντρεύτηκε. Ο Πορφυρογέννητος πέθανε στα 959 κι ο Ρωμανός Β’ βρέθηκε αυτοκράτορας με την Θεοφανώ αυτοκράτειρα. Τον επόμενο χρόνο, αναγόρευσε συμβασιλέα τον ανήλικο μόλις δυο χρόνων γιο του, Βασίλειο (960). Δυο χρόνια αργότερα (962), αναγόρευσε συμβασιλέα και τον δεύτερο ανήλικο γιο του, Κωνσταντίνο. Στις 15 Μαρτίου του 963, πέθανε. Η Θεοφανώ έμεινε χήρα με δυο ανήλικα παιδιά κι έναν εκπρόσωπο της κωνσταντινουπολίτικης αριστοκρατίας, τον παρακοιμώμενο Ιωσήφ Βρίγγα, ουσιαστικό κυβερνήτη της αυτοκρατορίας.

Η Θεοφανώ φοβόταν τον Βρίγγα, φοβόταν και για την τύχη των παιδιών της καθώς εύκολα μπορούσαν να πέσουν θύματα ανταπαιτητών του θρόνου. Εννιά χρόνια αφότου θάμπωσε τον Ρωμανό με την ομορφιά της, εξακολουθούσε να είναι ωραιότατη κι αδίστακτη. Γνώριζε τον Νικηφόρο Φωκά όπως όλοι άλλωστε, καθώς ο στρατηλάτης είχε γίνει εθνικός ήρωας μετά την ανάκτηση της Κρήτης. Με την βοήθεια του πατριάρχη Πολύευκτου και παρά τις αντιρρήσεις του Βρίγγα, η αυτοκράτειρα κάλεσε τον Νικηφόρο στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατριάρχης έπεισε τη σύγκλητο να τον ονομάσει αρχιστράτηγο της Ανατολής. Στο εξής, για να εκτελεστεί η όποια απόφαση του Βρίγγα για αλλαγές προσώπων στη διοίκηση, έπρεπε να υπάρχει συγκατάθεση του Νικηφόρου.

Ο Ιωσήφ Βρίγγας προσπάθησε να δημιουργήσει μέτωπο ενάντια στον Νικηφόρο Φωκά με την επιστράτευση του στρατηγού Ιωάννη Τσιμισκή και του μάγιστρου στρατηλάτη Ρωμανού Κουρκούα. Απέτυχε. Η ενέργειά του όμως έγινε αιτία να ξεσπάσει επανάσταση του στρατού στην Καισάρεια της Καππαδοκίας (περιοχή των Φωκάδων). Στις 3 Ιουλίου 963, ο στρατός ανακήρυξε τον Νικηφόρο Φωκά αυτοκράτορα, ενώ στην Κωνσταντινούπολη εκδηλώθηκε ανοιχτή αντίδραση του λαού ενάντια στον Βρίγγα που κατέφυγε στην τρομοκρατία με τους δικούς του στρατηγούς. Ο επαναστατημένος στρατός όμως βάδιζε ήδη προς την πρωτεύουσα χωρίς να συναντά αντίσταση.

Ο συγκλητικός Βασίλειος ήταν προσωπικός εχθρός του Βρίγγα αφότου ο τελευταίος του είχε φάει την θέση του παρακοιμώμενου. Στις 9 Αυγούστου του 963, έστειλε οργανωμένους ανθρώπους του να λεηλατήσουν τα σπίτια του Βρίγγα και των οπαδών του, ενώ στημένες σε επίκαιρα σημεία ομάδες άρχισαν επευφημίες υπέρ του Νικηφόρου Φωκά. Η εξέγερση δεν άργησε να μετατραπεί σε γενικευμένη επανάσταση. Η σύγκλητος συνεδρίασε εκτάκτως. Ο Βασίλειος πήρε την άδειά της να καταλάβει τον ναύσταθμο και να στείλει τα πλοία να παραλάβουν τον επαναστατημένο στρατό και να τον περάσουν στην ευρωπαϊκή ακτή. Ο Νικηφόρος Φωκάς μπήκε στην Κωνσταντινούπολη ως ελευθερωτής. Στις 16 Αυγούστου 963, στέφθηκε αυτοκράτορας. Στις 20 Σεπτεμβρίου, έπαιρνε την Θεοφανώ σύζυγό του, γοητευμένος από τα κάλλη της. Ο Βρίγγας πέθανε εξόριστος σε μοναστήρι, μετά από δυο χρόνια.

Η ανέγερση του μοναστηριού της Μεγίστης Λαύρας είχε προχωρήσει αρκετά όταν ο μοναχός Αθανάσιος έμαθε τα νέα από την Κωνσταντινούπολη: Αντί να παρατήσει τα εγκόσμια και να πάει στον Άθω, μοναχός, ο Νικηφόρος είχε γίνει αυτοκράτορας και είχε παντρευτεί! Θύμωσε. Παράτησε το κτίσιμο κι έσπευσε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Νικηφόρος τον δέχτηκε αμέσως. Ο Αθανάσιος του τα έψαλε από την καλή αλλά ο Νικηφόρος τον έπεισε ότι όλα αυτά ήταν προσωρινά. Θα πήγαινε στον Άθω μοναχός, μόλις τα πράγματα της αυτοκρατορίας έμπαιναν σε μια σειρά. Έδωσε στον Αθανάσιο πολλά χρήματα, ώστε να αποπερατώσει τη μονή της Μεγίστης Λαύρας και να διακοσμήσει την εκκλησία της.

Ο Αθανάσιος επέστρεψε στον Άθω, αποπεράτωσε το μοναστήρι, έκτισε και μοναχικά κελία, ένα από τα οποία προοριζόταν για τον Νικηφόρο, και συμπλήρωσε την ανέγερση της εκκλησίας. Για να συμπληρωθεί το έργο, χρειάστηκε να γίνουν εκχερσώσεις, εκβραχισμοί, μεταφορές χωμάτων και πλήθος δύσκολων εργασιών, καθώς η μονή βρισκόταν σε δυσπρόσιτη ερημιά.

Ο Νικηφόρος Φωκάς όμως ποτέ δεν πήγε στον Άθω μοναχός. Αιχμάλωτος των θέλγητρων της Θεοφανώς αλλά και φανατικός ασκητής, παρέμενε στρατιώτης κι είχε αποκτήσει εχθρούς στη σύγκλητο έχοντας περιορίσει τις ετήσιες αποζημιώσεις των συγκλητικών, εχθρούς στην εκκλησία έχοντας κόψει τις επιχορηγήσεις σε εκκλησίες κι έχοντας δημεύσει περιουσίες επισκόπων και εχθρούς στον λαό καθώς ανεχόταν και άφηνε ατιμώρητες τις βιαιοπραγίες των στρατιωτών του. Κάποιες ενάντιά του απόπειρες δολοφονίας απέτυχαν. Ο Νικηφόρος έχτισε πύργους και μετέτρεψε το παλάτι σε απόρθητο φρούριο.

Η Θεοφανώ όμως τον είχε βαρεθεί. Ήταν άσχημος, παραήταν θεοσεβούμενος και η ασκητική ζωή του την ενοχλούσε. Αντίθετα, ο Ιωάννης Τσιμισκής ήταν ωραίος, γεννημένος αθλητής και εραστής της καλής ζωής. Η Θεοφανώ τον κάλεσε στην Κωνσταντινούπολη. Τη νύχτα 10 προς 11 Δεκεμβρίου 969, τον έμπασε κρυφά στο παλάτι μαζί με άλλους πέντε δολοφόνους. Οι συνωμότες βρήκαν τον Νικηφόρο στην αυτοκρατορική κρεβατοκάμαρα να κοιμάται πάνω σε μια προβιά, στο πάτωμα. Τον σκότωσαν.

Ο Ιωάννης Τσιμισκής έγινε αυτοκράτορας αφού πρώτα υποχρεώθηκε από το πατριαρχείο να στείλει την ερωμένη του, Θεοφανώ, στην εξορία. Η αδίστακτη αυτοκράτειρα θα ξαναγύριζε στην Κωνσταντινούπολη μετά από επτά χρόνια, όταν αυτοκράτορας θα γινόταν ο γιος της, Βασίλειος Β’ που επρόκειτο να αποκληθεί Βουλγαροκτόνος.

Στον Άθω, ο μοναχός Αθανάσιος είχε ριχτεί με τα μούτρα στη δουλειά, προσπαθώντας να στήσει την αθωνική πολιτεία. Συνέταξε το «Τυπικόν» της μονής της Μεγίστης Λαύρας, έκτισε κτίρια, ύψωσε πύργους, άνοιξε λιμάνι, έφτιαξε αποθήκες, φύτεψε αμπελώνες, έσπειρε αγρούς, δημιούργησε υδραγωγείο και έφερε βόδια ως υποζύγια. Ταυτόχρονα, ξεκίνησε να διακοσμεί με αγιογραφίες τις εκκλησίες και τα κτίρια. Ουσιαστικά, εισήγαγε τον πολιτισμό.

Στην περιοχή της Καππαδοκίας, ο Βάρδας Φωκάς, ανιψιός του δολοφονημένου Νικηφόρου, οργάνωσε επανάσταση. Ο αυτοκρατορικός στρατός ήταν απασχολημένος στην Θράκη όπου 60.000 Ρως λεηλατούσαν την περιοχή και είχαν κυριεύσει την Αδριανούπολη. Στα 970, ο στρατηγός Βάρδας Σκληρός κατάφερε να απαλλάξει την αυτοκρατορία από τους Ρως. Ο στρατός του στράφηκε εναντίον του Βάρδα Φωκά που νικήθηκε κι αιχμαλωτίστηκε. Στάλθηκε με το ζόρι μοναχός στη Χίο.

Μόλις έλειψε η απειλή των Φωκάδων, οι λοιποί μοναχοί και ησυχαστές του Άθω, που δεν έβλεπαν με καλό μάτι τα «κοσμικά» έργα του Αθανάσιου, τον κατάγγειλαν στον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή ως «καταδυναστεύοντα» τον Άθω. Από την Κωνσταντινούπολη, έφτασε ο ηγούμενος της μονής Στουδίου, Ευθύμιος. Συγκάλεσε συνέλευση όλων των μοναχών, έλυσε τις μεταξύ τους διαφορές και συνέταξε κανονισμό («Τυπικόν») που το 971 επικυρώθηκε από τον αυτοκράτορα. Η περιοχή του Άθω, από τόπος ησυχαστών, μετατράπηκε σε κοινοβιακή πολιτεία. Αναγνωριζόταν με το όνομα «το Όρος» και φιλοξενούσε τρεις μορφές άσκησης: Μοναστηριακή, λαυρεωτική (οργάνωση λαυρών που καθεμιά ήταν άθροισμα Κελίων) και αναχωρητική. Η πολιτεία άρχισε να πυκνώνει από μοναχούς κάθε εθνικότητας. Οι διάσπαρτοι μοναχοί συγκροτήθηκαν σε κοινότητες. Μοναχική αρχή εγκαταστάθηκε στις Καρυές.

Η φήμη του Αθανάσιου έφτασε ως τη μακρινή χώρα νότια του Καυκάσου, την Γεωργία, τότε χώρα των Ιβήρων. Ο βασιλιάς τους, Δαβίδ, ήταν σύμμαχος και υποτελής της αυτοκρατορίας. Θαυμαστής του Αθανάσιου, ένας από τους αυλικούς του Δαβίδ, ο Ιωάννης ο Ίβηρας, μπήκε επικεφαλής ομάδας αξιωματούχων Ιβήρων κι όλοι μαζί έφτασαν στο Άγιο Όρος με σκοπό να μονάσουν. Ανάμεσά τους ήταν και ο στρατηγός του Δαβίδ, Ιωάννης Τορνίκιος, που παράτησε τα πεδία των μαχών για να γίνει μοναχός. Ο Αθανάσιος τους δέχτηκε στη μονή της Μεγίστης Λαύρας. Λίγο καιρό αργότερα, ο πρώην αυλικός και ο πρώην στρατηγός ζήτησαν από τον Αθανάσιο να τους επιτρέψει να απομονωθούν. Απομακρύνθηκαν σε ερημικό μέρος όπου έκτισαν την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή.

Στις 10 Ιανουαρίου 976, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής πέθανε. Ο διάδοχος του θρόνου, Βασίλειος (ο γιος και συμβασιλιάς του Ρωμανού Β’), ήταν ακόμη 18 χρόνων. Την αυτοκρατορία ουσιαστικά διοικούσε ως πρόεδρος (πρωθυπουργός) ο Βασίλειος εκείνος που είχε οργανώσει τη λαϊκή επανάσταση υπέρ του Νικηφόρου Φωκά. Η πείρα που είχε αποκτήσει υπηρετώντας τέσσερις αυτοκράτορες, δεν τον απέτρεψε από βασικά λάθη. Με κυριότερο, τον υποβιβασμό του Βάρδα Σκληρού. Αφότου αυτός είχε εξουδετερώσει την επανάσταση των Φωκάδων, ο Ιωάννης Τσιμισκής τον είχε κάνει στρατηλάτη. Χαϊδεύοντας τους Φωκάδες, ο πρόεδρος Βασίλειος τον έστειλε «δούκα της Μεσοποταμίας». Το καλοκαίρι του 976, ο Βάρδας Σκληρός επαναστάτησε.

Η επανάσταση επικράτησε εύκολα στην Ανατολή αλλά ο Βάρδας Σκληρός δεν είχε τα πλωτά μέσα να περάσει στην ευρωπαϊκή ακτή. Κι ακόμα, άφησε ανενόχλητες τις οικογένειες των Φωκάδων και των Μαλεΐνων στις επικράτειές τους, στην Καππαδοκία. Στην Κωνσταντινούπολη, ο Βασίλειος θυμήθηκε τους μοναχούς. Έστειλε να του φέρουν από την Χίο τον Βάρδα Φωκά και τον διόρισε δομέστικο των σχολών (στρατηγό) της Ανατολής. Και από τον Άθω, τον Ίβηρα στρατηγό Ιωάννη Τορνίκιο.

Ο Τορνίκιος έφερε στρατό από την Ιβηρία, ενώ ο Βάρδας Φωκάς αποβιβάστηκε νύχτα στη Μικρά Ασία κι έφτασε κρυφά στην Καισάρεια όπου, με τη βοήθεια συγγενών του, οργάνωσε στρατό. Ο Βάρδας Σκληρός βρέθηκε στη μέση. Είχαν περάσει σχεδόν τρία χρόνια αφότου επαναστάτησε, όταν, στις 24 Μαρτίου 979, ο στρατός του βρέθηκε αντιμέτωπος με τον στρατό του Βάρδα Φωκά. Οι δυο άντρες είχαν να λύσουν παλιές διαφορές. Αντί για μάχη, συμφώνησαν να μονομαχήσουν οι δυο τους.

Η μονομαχία ήταν φοβερή και ανελέητη. Ο Βάρδας Φωκάς αναδείχθηκε νικητής χωρίς όμως να σκοτώσει τον Βάρδα Σκληρό που αναγνώρισε την ήττα του. Ο επαναστατικός στρατός του διαλύθηκε. Ο ίδιος αφέθηκε να καταφύγει στον Άραβα εμίρη της Βαγδάτης. Αμνηστεύτηκε στα 980.

Ο στρατηγός Ιωάννης Τορνίκιος έφτασε στον Άθω φορτωμένος δώρα και λάφυρα από τις νίκες του εναντίον του Βάρδα Σκληρού. Τον ίδιο εκείνο χρόνο (979), ξεκίνησε να κτίζει λαμπρό μοναστήρι στη θέση όπου είχε μονάσει με τους συμπατριώτες του όταν έφυγαν από τη Μ. Λαύρα. Ο πρόεδρος Βασίλειος χρηματοδότησε το έργο. Στα 980, η περίφημη μονή των Ιβήρων, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ήταν έτοιμη. Οι εκεί μοναχοί πιστεύουν ότι την προστασία της ανέλαβε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας. Τον ίδιο εκείνο χρόνο (980), κτίστηκε και η μονή Ζωγράφου. Με προτροπή του μοναχού Αθανάσιου, κτίστηκε από τρεις πλούσιους Αδριανουπολίτες η μονή Βατοπεδίου (985) καθώς και εκείνη των Αμαλφηνών (εμπόρων παροικίας της Κωνσταντινούπολης, 991).

Το τέλος του Ι’ αιώνα βρήκε τον Άθω να διαθέτει γύρω στα δέκα μικρά και μεγάλα μοναστήρια. Η εκκλησία ονόμασε όσιο τον Αθανάσιο και τιμά τη μνήμη του στις 5 Ιουλίου.

Ο ΙΑ’ αιώνας ήταν εποχή μεγάλης οικοδομικής δραστηριότητας στον Άθω. Τότε κτίστηκαν οι μονές Εσφιγμένου, Φιλόθεου και Χιλανδαρίου (1015), Κασταμονίτου (1023/38), Δοχειαρίου (1030), Καρακάλου (1076). Εκατό χρόνια μετά το ξεκίνημα της ανέγερσης της Μεγίστης Λαύρας, ο Άθως είχε μετατραπεί σε υπερεθνικό και διαδογματικό μοναστηριακό κέντρο. Με μοναχούς Έλληνες, Ίβηρες, Ρώσους, Βούλγαρους, Σλάβους και Λατίνους. Ο πλούτος τους προσέλκυσε τους Άραβες πειρατές που βρήκαν πρόσφορο πεδίο για επιδρομές. Στους αγρούς τους, βρήκαν έδαφος να τραφούν τριακόσιες οικογένειες Βλάχων που συνέρρεαν εκεί μαζί με τις οικογένειές τους. Στα μέσα του ΙΑ’ αιώνα, τα μοναστήρια έγιναν αντικείμενο φορολόγησης από τους κάθε είδους βασιλικούς υπαλλήλους (κουράτορες, γηροτρόφους, νοτάριους, επόπτες).

Ο τελευταίος αυτοκράτορας της Μακεδονικής δυναστείας, Κωνσταντίνος Θ’ ο Μονομάχος (γεννήθηκε το 1000, ανέβηκε στον θρόνο το 1042, πέθανε το 1055), απαγόρευσε την είσοδο λαϊκών στην περιοχή, χαρακτήρισε τον Άθω «Άγιον Όρος» και ονόμασε την Λαύρα «Αγία, Βασιλική και Μεγίστη».

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ι’ Δούκας φέρεται ότι καθιέρωσε το άβατο, καθώς υπάρχει βούλα του από το 1060 που το αναφέρει. Εκείνος όμως που το επέβαλε πρέπει να ήταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός που, προς μεγάλη λύπη των μοναχών, μάζεψε όσους από τους λαϊκούς εξακολουθούσαν να ζουν στον Άθω και τους υποχρέωσε να μετεγκατασταθούν με τις οικογένειές τους στην Πελοπόννησο. Και με χρυσόβουλο, γύρω στα 1144, καθόρισε ότι «εφεξής, το όρος του Άθω καλείσθαι Άγιον Όρος παρά πάντων». Σε κατοπινά έγγραφα αναφέρεται ως «το αγιώνυμον Όρος του Άθω».

Από το 1198, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ’ Άγγελος χάρισε τη μονή Χιλανδαρίου στον Σέρβο μεγάλο ζουπάνο, Στέφανο Νεμάνια, που πήγε εκεί μοναχός με το όνομα Συμεών. Είναι ο άγιος Συμεών των Σέρβων. Και ο γιος του, ο άγιος Σάββας. Οι Σέρβοι απέκτησαν επίσημη πρόσβαση στο Άγιο Όρος. Ένα αιώνα αργότερα, ενέσκηψαν οι Φράγκοι.

Σχολιάστε