Μνήμες (αφηγήσεις) της Μάχης των Οχυρών της Γραμμής Μεταξά.

Οχυρά Ιστίμπεη και Κελκαγιά, 6 Απριλίου 1941

Ξημερώματα καβαλλήθηκαν πάλι Ιστίμπεη και Καλκάγια και τοτέ γερμανικό μηχανικό μεταχειρίστηκε σκληρότερα μέσα για να τα υποτάξη, έρριξε δηλαδή στο εσωτερικό τους βενζίνα που την άναψε για να πνίξη  τη φρουρά με τον καπνό.

Οι φαντάροι δοκίμαζαν με κουβέρτες να σβήσουν της φωτιές, προσπάθησαν γυρίζοντας απεγνωσμένα τους μικρούς χειροκίνητους ανεμιστήρες ν’ ανανεώσουν τον αέρα, μα ό,τι και να κάναν οι στολές τους δεν άδειαζαν από την πυχτή καπνίλα. Πνίγονταν. Στα μισοσκότεινα που χαροπάλευαν, τώρα τους τίναζε χειροβομβίδα ριγμένη απο τις χαλασμένες πολεμίστρες, τώρα έμπαινε μέσα οβίδα εκείνων των κανονιών με την ευθεία τροχιά που τους σκότωνε.

Ρούπελ-Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας,σελ.8-9

Οχυρό Κελκαγιά, 7 Απριλίου 1941

Οι Γερμανοί χτίζαν με πέτρες και λάσπη τις πολεμίστρες και τ’ ανοίγματα αερισμού για να κόψουν εντελώς το αέρα. Πραγματικά σε λίγο, μέσα στις στοές τόσο πυχταίνει η καπνιά ώστε ο διοικητής διατάζει τους φαντάρους να βάλουν μάσκες. Η πνιγούρα κατεβαίνει στο κάτω πάτωμα του φρουρίου στις κουζίνες και διώχνει από κει τους

μαγείρους που παρουσιάζονται με την απορία ζωγραφισμένη στα μάτια τους. Στα βάθη της γης που δούλευαν ,δεν ξέραν αυτοί αν είναι πρωί ή νύχτα αν κινδυνεύουν ή νικούν,ζούσαν σα σκουλήκια στην κοιλιά  τότε ας τους έβρισκε η θανή με κάτι άλλο στο χέρι κι όχι την κουτάλα της κουζίνας.

Ρούπελ – Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας, σελ.15-16


 Οχυρό Περιθώρι, 8 Απριλίου 1941

Πραγματικά από ένα αραιό δασάκι όπου είχαν κρυφτή αποβραδύς, προβαίνουν βαρειά άρματα μάχης. Είναι μεγαλύτερα απ’ ό,τι τους είχαν επιτεθή ως τώρα.

Τα οχυρά βλέπουν τις οβιδες που ρίχνουν εναντίον αυτών των γιγάντών να ξερριζώνουν δίπλα τους ολόκληρα δέντρα που τινάζονται με βία στον αέρα, μα τα τανκς μένουν άβλαβα, ατάραχα, σα να μην αρκούν οι οβίδες να τα σταματήσουν.

 ‘Ομοια με αερόλιθους ρίχνοντας καταπάνω της Ελληνικής γραμμής σαρώνοντας μπροστά τους το παν. Τ’ αφανισμένο από τη μάχη έδαφος

το περνάν κάνοντας βουτιές όπως πλοία στην τρικυμία, μια εξαφανίζονται μέσα σε αντιαρματικές τάφρους ή κρατήρες ανοιγμένους από γερμανικές βόμβες αεροπλάνων και μια τα κύματα της γης τα φέρνουν πάλι στην επιφάνεια. Ό,τι βρεθή στο δρόμο τους ισοπεδώνεται, σιδερένια παλούκια, υλικό εγκαταλειμμένο, συρματοπλέγματα

Δε λυπούνται μήτε τους πληγωμένους  Ναζήδες, όσους τύχουν μπροστά τους, παρά τους πλακώνουν άπονα, δε σέβονται μήτε τους σκοτωμένους που τους λιώνουν ξεχώνοντας στο χώμα τα υγρά από τα οποία είναι γεμάτα τα τουμπανιασμένα σώματά τους.

Ρούπελ – Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας, σελ. 24

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ(1897-1974) ΣΕΛ. [199]   


                                                  

Όρος Μπέλες, 6 Απριλίου 1941

Κάποιο σκυρόδετο πολυβολείο, το λεγόμενο Π9, κράτησε ως τις 7.30′ το βράδυ, μέχρίς ότου τα 33.000 φυσίγγια και οι χειροβομβίδες του

προσωπικού εξαντλήθηκαν. Όταν το πολυβολείο υπέκυψε ο Γερμανός αξιωματικός συνεχάρη τον επικεφαλή του πολυβολείου λοχίας Δημήτρης  Ίντζο, αλλά έπειτα διέταξε και τον τουφέκισαν

Δημητρίου Νικ. Χονδροκούκη, Αιματηρό πολεμικό οδοιπορικό στη ΒόρειοΉπειρο  και στη Μακεδονία, εκδόσεις<<ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ>>,Αθήνα 1987, σελ.131


Περιοχή οχυρού Καρατάς, 10 Απριλίου

Όταν κατέβηκαν στο πεδίο της σφαγής, είδαν τους άταφους Γερμανούς ακόμα στη στάση που τους είχε βρη ο θάνατος, φρικτά ακρωτηριασμένους πόδια κομμένα, κεφάλια ανοιγμένα στα δυο, πτώματα εδώ πολτοποιημένα από ολόσωμη οβίδα που τα παραμόρφωσε, κι εκεί στρατιώτες, που κάποιο θραύσμα, κοφτερό σα λεπίδι, τους είχε θανατώσει χωρίς να τους βλάψη, νεαρά παιδιά με τα πρόσωπά τους ροδοκόκκινα και γαλήνια. Ούτε σπιθαμή στο γύρω χώμα δεν ήταν άβαφη από αίματα. Καμμιά ανθρώπινη ψυχή δεν θα μενε ασυγκίνητη βλέποντας τέτοιο απαίσιο θέαμα.

Ρούπελ-Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας,Αθήνα 1943, σελ.40-41


Περιοχή οχυρού Ρούπελ, 8 Απριλίου

Με το φως των προβολέων κάτι Ναζήδες κινούνται. Είναι νοσοκόμοι; Είναι περιπολία ή ετοιμασία αιφνιδιασμού; Οι φαντάροι δεν το ξέρουν, κρατάν τα μάτια τους καρφωμένα σε διακόσια μέτρα γης μπροστά τους που χαράζονται καθαρά στο μυαλό τους με κάθε λακούβα και με κάθε αποκαϊδι. Οι νεκροί που σαπίζουν σ’ αυτή την περιοχή, τους είναι γνώριμοι κανείς δε φροντίζει να τους θάψη.

Πού και πού καμμιά οβίδα διαλέγει έναν, του ανοίγει μονοκοπανιά το λάκκο του και τον χώνει μέσα. Οι φαντάροι παρακολουθούν πιστά κάτι τέτοιες αλλαγές της τοπογραφίας, ώστε μόλις πατήση τα χώματά τους ξένος στρατιώτης, ας είναι και τραυματιοφορέας, τον καταλαβαίνουν, τον ζώνουν με τις τουφεκιές τους και τον στέλνουν σύντομα κι αυτόν στον Αγύριστο.

Κατά τις δέκα το βράδυ φωτίστηκε ο ουρανός από ζωηρή λάμψη που σκέπασε τ’ ωχρό σεληνόφωτο των προβολέον – το δασάκι κοντά στο Ρούπελ όπου κοίτονταν οι πολλοί  πληγωμένοι, καιγόνταν. Οι τραυματίες που απόμεναν εκεί μέσα, έστω και με σπασμένη τη σπονδυλική στήλη, προσπαθούσαν να γλυτώσουν απ’ τη φωτιά, κι έβλεπες κουτσούς να σέρνωνται με τους αγκώνες , λαβωμένους στην κοιλιά να περπατάν, βαρειά κτυπημένος να έρπουν σιγώτερα από τις φλόγες που τους προφταίναν. Οι στριγγές φωνές τους καθώς καίονταν ζωντανοί ήταν ανήμερες κι οι φαντάροι παρακολουθούσαν  αυτόν το Γολγοθά με συμπόνια.

Ύστερα φούντωσε η πυρκαϊά τους αγκάλιασε όλους και βρώμισε ο τόπος καμμένα πανιά και καμένο κρέας, δυσωδία που έφερε τον στρατό αναγούλα.

Ρούπελ-Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας,σελ.32-33

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ(1897-1974)    ΣΕΛ [205]


                                                                              οχυρό Κελκαγιά, 7 Απριλίου

Όταν τ’ οξυγόνο έλειψε ακόμα περισσότερο, σβήνουν οι λάμπες του πετρελαίου  ολότελα.

Ο φρούραρχος που ως μόνος ζωντανός αξιωματικός του οχυρού δε θέλησε να φορέση μάσκα για να μπορή να μιλάη και να ενθαρρύνη τους οπλίτες του, λιποθυμά. Τότε ένας λοχίας βγάζει από τη τζέπη του ηλεκτρικό φανό και φωτίζει τη σκοτεινιά. Διακρίνει γύρω του σκιές ανθρώπων ησύχων που φαίνονται πρόθυμοι να μείνουν για πάντα σκιές και καταλαβαίνει πως μόλις προφταίνει ν’ αντιδράση. Παίρνει το λοχαγό στην αγκαλιά του, τον πάγει ως μια μικρή πλαγινή πορτούλα, την ανοίγει τρία δάχτυλα με κίνδυνο να ορμήσουν οι Γερμανοί μέσα, κι’ όταν βεβαιώνεται πως δεν τους αντελήφθηκε κανείς μαζεύει κει δα τα παιδιά της φρουράς για ν’ αναπνεύσουν λίγο καθαρόν αέρα. Μα αργούν να συνέλθουν, δυσκολεύται ο φρούραρχος ν’ ανοίξη τα μάτια του, κι ο λοχίας δεν κρατιέται, αρπάζει ένα οπλοπολυβόλο και λέει :

-<<Εγώ θα βγω έξω>>.

Αυτό που ζητάει να κάνη είναι ο βέβαιος θάνατος, κι’ όμως ούτ’ ένας δε δοκιμάζει να τον σταματήση, να του πη <<Τρελλέ, που πας;>>Τον αφήνουν να βγη. Ακούν σε λίγο το κοκοράκι του να βάλη μια, δυο, πέντε ριπές, ύστερα πολλές μαζύ χειροβομβίδες να σκάζουν και βουβαίνεται το οπλοπολυβόλο. Πάει το παλληκάρι…

Ρούπελ-Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας,Αθήνα 1943, σελ.17

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ(1897-1974)    ΣΕΛ [208]

                                                 

Κις Μπουνάρ (όρος Μπέλες),6 Απριλίου 1941

Την 8ην ώραν ο Υπολ/γός Μαρούδης Χρήστος αντιμετωπίζει δύναμιν εχθρικού Τάγματος. Πιεζόμενος εκ της σφοδράς ταύτης Γερμανικής προσβολής διατάσσειαι παρά του Ταγματάρχου του, όπως συμπτυχθή εις την Γραμμήν Ανασχέσεως με τους εναπομείναντας  ολίγους άνδρας. Πριν όμως ο ανδρείος αυτός Αξιωματικός δυνηθή και εκτελέσει την Διαταγήν του Τάγματος, τραυματίζεται θανασίμως. Οι στατιώται επ’ ουδενί λόγω εγκαταλείπουν το Λοχαγόν  των παρ ‘ όλον ότι ο εχθρός βάλλει σφοδρότατα αυτούς. Προσπαθούν να τον μεταφέρουν, αλλά κατά την μεταφοράν τραυματίζεται και πάλιν ο Υπολοχαγός Μαρούδης. Το δεύτερο όμως τούτον τραύμα είναι το τελειωτικόν.Είναι η χαριστική βολή που του έδωσε ο εχθρός. Αποθνήσκει ο υπέροχος αυτός ήρως με το όνομα της  ΕΛΛΑΔΟΣ εις τα χείλη, με το όνομα της γλυκειάς του ΠΑΤΡΙΔΟΣ, την οποίαν τόσον ηγάπησε και διά οποίαν απέθανεν ανδρείως μαχόμενος εν μέσω των γενναίως επίσης πεσόντων στρατιωτών του.

Κωσταντίνου Γιακουμή, Αι ελληνογερμανικαί επιχειρήσεις – Μπέλες 1941, σελ.42-43


Οχυρό Ιστίμπεη, 6 Απριλίου 1941

Τα κεφάλια των Γερμανών κινιόνταν σαν ένα κοπάδι που κάλυπταν όλη τη θάλασσα καθώς πετούσαν…

     Συνέχιζαν να  έρχονται κατά πάνω μας αργά και σταθερά. Τους αφήσαμε να πλησιάσουν, κι όταν έφτασαν στα τριακόσια μέτρα που ήταν το συρματόπλεγμα, αρχίσαμε πυρ. Οι Γερμανοί έπεφταν. Στρώμα ο τόπος. Αυτοί έρχονται συνέχεια πέφτοντας πάνω στα συρματοπλέγματα που άρχισαν να τα κόβουν με ψαλίδες. Έγινε μια μάντρα από πτώματα σε λίγη ώρα και αυτοί ενώ έβλεπαν τόσους σκοτωμένους, συνέχιζαν να έρχονται όρθιοι για να σπάσουν το ηθικά μας. Είχαν μεθύσει  από ηρωισμό…

Δεν καταλάβαινα τίποτα. Συνεχίζοντας να βάζω πυρ, οι Γερμανοί έρχονται κατά κύματα. Σε μια στιγμή φοβήθηκαν. Ένιωσα ότι ήμουν άνθρωπος. Φοβήθηκα ότι δεν θα τους προλάβαινα. Αλλά εάν το μάτι είναι δειλό, το χέρι είναι τολμηρό.

Γεωργίου Δ. Αγιννιτόπουλου,Οχυρό Ιστίμπεη, Αθήνα 1995, σελ.20-21

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ(1897-1974)  ΣΕΛ  [209]   


                                                  

Οχυρά ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, 9 Απριλίου 1941

Ένας νοσοκόμος ανεβαίνει από το χειρουργείο και παρακαλεί το φρούραρχος να κατεβή κάτω. Εκεί οι τραυματίες τον ικετεύουν ν’ αντισταθή όσο του απομένουν φυσέκια:

-<<Κι’ εμείς να σηκωθούμε, του λεν, να πολεμήσωμε ως την τελευταία μας πνοή>>.

Ο φρούραρχος για να τους ησυχάση, κρύβει την αλήθεια, τάχα πως ακόμα δεν αποφασίστηκε η παράδοση. Με τι κουράγιο να πη πως αύριο θα είναι σκλάβοι, αυτοί οι ασύγκριτοι λεβέντες που είχε δη του καθενός την παράτολμη παλληκαριά;

Καθώς φεύγει απ’ το χειρουργείο τους ακούει να του φωνάζουν:

-<<Τίναξε μας στον αέρα, μα μην παραδώσης τ’ οχυρό. Είναι ντροπή!>>

Ρούπελ – Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας ,σελ.37-38

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ (1897-1974)   ΣΕΛ [239]


Περιοχή οχυρού Ρούπελ, 7 Απριλίου

Άμα ξεκαθάρισαν όλο τον τόπο, οι Έλληνες σταυροκοπήθηκαν, δόξασαν την Παναγία ότι τους έδωσε την δύναμη να νικήσουν. Κυττάχτηκαν μεταξύ τους, δεν είδαν απάνω τους τίποτα ηρωικό, δε βρήκαν στο παρουσιαστικό τους το παραμικρό νάχη αλλάξει, ο Γιάννης φαινόταν ο ίδιος χαζός που ήταν πριν, ο Νικόλας ξεκούμπωτος και βρώμικος σαν πρώτα, ο Γιώργης χασμουριώταν  πάλι όπως τον καιρό της ειρήνης. Νίκησαν αυτοί τους Γερμανούς; Ναι. Και την ασύγκριτη παλληκαριά τους, αφού δεν υπωπτεύονταν ότι την είχαν οι ίδιοι μέσα τους, κληρονομιά προγονική, την απέδωσαν στη βοήθεια της Μεγαλόχαρης.

Ρούπελ – Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας,σελ.13

Οχυρό Ιστίμπεη, 8 Απριλίου 1941

Ράγισε η καρδιά μου, πήγε να σπάσει, γιατί τα πολυβόλα του οχυρού Μπουμπουτλίβιτσα έβαζαν. Αυτοί δεν είχαν παραδοθεί ακόμα. Έβαζαν για αντιπερισπασμό. Δάκρυσα εγώ ο σκληρός που είχα σκοτώσει τόσους Γερμανούς! Γιατί, μα γιατί να παραδοθούμε; Έπρεπε να πέσουμε ως τον τελευταίο. Σκούπισα τα μάτια μου κρυφά και κοίταξα τον λοχία που έκανε κι αυτός το ίδιο. Όλα είχαν χαθεί…

Γεωργίου Δ. Αγιννιτόπουλου,Οχυρό Ιστίμπεη,σελ.27

Οχυρά ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, 9 Απριλίου 1941

Κι’ όταν εξαντλήθηκαν όσοι προτίμησαν να απομακρυνθούνε, πλάκωσε τα φρούρια μαύρη θλίψη. Την άγρια δραστηριότητα που βασίλευε στις στοές όσο πολεμούσαν, διαδέχτηκε τώρα η βουβαμάρα, όμως αυτή η σιωπή ήταν πιο εκφραστική κι’ από ξεφωνητά ακόμα. Αξιωματικοί τραυματίες που ως τότε δεν καταδέχονταν να πλαγιάσουν, παρά τρέχαν γεμάτοι αίματα από το ένα πολυβολείο στ’ άλλο εμψυχώνοντας τους οπλίτες, χώθηκαν τώρα στα κρεβάτια τους, μαραμένοι όχι από τους πόνους της πληγής όσο της ψυχής τους. Παιδιά που τα μάτια τους άστραφταν μπροστά στον κίνδυνο, τώρα στέκαν αποβλακωμένα, όσο να τα πάρη στην ξεχάστρα αγκαλιά του ο ύπνος.

Ρούπελ – Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας, σελ.39

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ (1897-1974) ΣΕΛ [240]

                           Οχυρά Ποποτλίβιτσα και Παληουριώνες , 10 Απριλίου

Την αυγή ωστόσο διαλύονται τα όνειρα μόλις έρχεται από τη Μεραρχία γραπτή η διαταγή με τους όρους της παραδόσεως.

Τότε η απελπισία ξεσπάει. Άλλοι κλαίνε δυνατά, άλλοι αγκαλιάζουν και φιλάν τα πολυβόλα τους με πάθος τόσο αυθόρμητο που σφίγγει την καρδιά όσων τους βλέπουν. Περίλυποι αξιωματικοί παρακολουθούν χωρίς να μπορούν ν’ αρθρώσουν λέξη αυτή εθνικού σπαραγμού.

 Ο ελληνικός στρατός είναι ευαίσθητος, ικανός για υπεράνθρωπα έργα όταν τ’ αναλάβη με την ψυχή του κι’ έτοιμος να πάρη κατάκαρδα κάθε ματαίωση των ελπίδων του. Ποτέ στρατιώτες δε θέλαν πιο άδολα ν’ αποφύγουν την ατίμωση. Ένας ξανθός δημοδιδάσκαλος κι’ ένα χωριατόπουλο αυτοκτονούν. Πολλοί λοχίες με τις ομάδες μάχης τους  το σκαν κρυφά για να μη αιχμαλωτισθούνε.

Ρούπελ – Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας,σελ.39

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s